Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Μακριά από την πολυφαγία και την ακολασία...


Ο ιερός Χρυσόστομος στις ομιλίες του συχνά ανέλυε την Αγία Γραφή, τόσο την Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη. Η σχετική διδασκαλία γινόταν στο ναό σε απογευματινές συνήθως ώρες. Ανέπτυσσε με
σειρά ένα από τα κείμενα της Αγίας Γραφής πάνω σε κάποιο κεντρικό θέμα.

Κάποτε άλλαζε μέθοδο και ανέλυε ένα θέμα που έκρινε ότι χρειαζόταν να αντιμετωπιστεί, έστω κι αν δε συνδεόταν άμεσα με το βασικό θέμα...



Μια τέτοια περίπτωση έχουμε στην ανάπτυξη που έκανε πάνω στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, με τη ΜΔ' ομιλία του. Το θέμα που τον απασχόλησε στο τέλος-τέλος της ομιλίας και που δε σχετιζόταν απολύτως
με τα προηγούμενα ήταν το θέμα της «τρυφής» (δηλαδή της απόλαυσης). Αξίζει να παρακολουθήσουμε το ίδιο το κείμενο, γιατί θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καυστικό και πιθανότατα επίκαιρο.

«Να μην απορείς, εάν την «τρυφή» (δηλαδή πλούσια και φιλήδονη ζωή πολυφαγίας και ακολασίας) την ονόμασε «αγκάθια». Κι εσύ το αγνοείς, όντας μεθυσμένος από το πάθος. Εκείνοι όμως που είναι υγιείς
γνωρίζουν ότι η πολυφαγία και η ακολασία κεντάει περισσότερο από το αγκάθι και δαπανάει την ψυχή περισσότερο από τη μέριμνα, ενώ δημιουργεί χειρότερους πόνους και στο σώμα και στην ψυχή.

Γιατί δεν πλήττεται κάποιος τόσο από τη φροντίδα όσο από την αφθονία. Όταν τον άνθρωπο τον πιάνουν οι αϋπνίες, το χασμουρητό, το βάρος στο κεφάλι και πόνοι στα σπλάχνα, κατάλαβε από πόσα αγκάθια
είναι χειρότερα όλα αυτά. Και όπως τ' αγκάθια σαν τα μαζέψεις ματώνουν τα χέρια που τα κρατούν, έτσι και η πολυφαγία και η ακολασία και τα πόδια και τα χέρια και το κεφάλι και τα μάτια και απλά όλα τα
μέλη τα ρημάζει.

Ξερή και άκαρπη, όπως το αγκάθι, προξενεί στενοχώρια και κακοπάθεια πολύ περισσότερη και πολύ πιο καίρια.

Φέρνει πρόωρο γήρας, αμβλύνει τις αισθήσεις, θολώνει το λογισμό, σακατεύει το νου που ήτανε ξυράφι και κάνει πλαδαρό το σώμα, έτσι που η αποθήκη της κόπρου γίνεται πλουσιότερη και ικανή να μαζεύει
σωρεία κακών και μεγαλύτερο φορτίο με το υπέρογκο γέμισμα. Εξαιτίας της πολλά και συνεχή είναι τα πτώματα και πυκνά τα ναυάγια.



Γιατί, λοιπόν, πες μου, «λιπαίνεις» το σώμα; Μήπως σε έχουμε για να σε προσφέρουμε θυσία; Ή για να σε παραθέσουμε σε τραπέζι; Τις όρνιθες καλώς τις παχαίνεις. Μάλλον ούτε κι εκείνες καλώς, γιατί
όταν παχύνουν είναι άχρηστες για υγιεινή δίαιτα...

Τίποτε δεν είναι για το σώμα πιο εχθρικό και βλαβερό όσο η πολυφαγία και η ακολασία...

Ακόμη και οι κρασοπώλες δεν αφήνουν τους πελάτες τους να πιουν περισσότερο του κανονικού, για να μη σκάσουν. Όμως οι φαγοπότες ούτε αυτή την προστασία δε λαμβάνουν για την κοιλιά τους, αλλά
απεναντίας φροντίζουν να τη γεμίσουν μέχρι, τ' αυτιά, μέχρι τις μύτες, μέχρι το φάρυγγα γεμίζουν τα πάντα προκαλώντας διπλή στενοχώρια και στο πνεύμα και στο ζωντανό οργανισμό.

Μήπως γι' αυτό σου δόθηκε ο φάρυγγας, για να τον γεμίζεις μέχρι το στόμα επάνω με σάπιο κρασί και όποια άλλη διαφθορά; Όχι γι' αυτό, άνθρωπε, αλλά πρώτα για να ψάλλεις στο Θεό και να αναπέμπεις τις
ιερές ευχές και για να συμβουλεύεις τους πλησίον σου αυτά που τους συμφέρουν.

Εσύ όμως, σαν γι' αυτό να έλαβες το φάρυγγα, ούτε για λίγο δεν τον αφήνεις να ξεκουραστεί και σ' όλη σου τη ζωή τον υποτάσσεις σ' αυτή την πονηρή δουλεία.

Είναι σαν να πήρε κάποιος κιθάρα με χρυσές χορδές καλά κουρδισμένη και αντί να παίζει μ' αυτήν αρμονική μελωδία να την παραχώνει με πολλή κοπριά και με πηλό. Έτσι κάνουν κι αυτοί.

Και δεν είπα κοπριά την τροφή αλλά την τρυφή και την πολλή εκείνη ανοησία. Γιατί το επιπλέον αυτού που είναι αναγκαίο δεν είναι τροφή άλλα μόνο καταστροφή. Η κοιλιά, αυτή καθ' εαυτή, έγινε μόνο για την
υποδοχή των τροφών ενώ το στόμα και ο φάρυγγας και η γλώσσα και για άλλα πολύ αναγκαιότερα πράγματα.

Μάλιστα και η κοιλιά ακόμη δεν έγινε απλώς για την υποδοχή των τροφών αλλά για την υποδοχή των τροφών με μέτρο. Και αυτό μας το γνωστοποιεί βροντοφωνάζοντάς το μας με χίλιους τρόπους όταν την
παραφορτώσουμε με αυτή την πλεονεξία.



Και όχι μόνο βροντοφωνάζει, αλλά ευρισκόμενη σε άμυνα για την αδικία απαιτεί για μας την έσχατη ποινή. Και πρώτα τιμωρούνται τα πόδια που μας βαστάζουν και μας πηγαίνουν στα πονηρά εκείνα
συμπόσια, έπειτα τα χέρια που την υπηρέτησαν μεταφέροντας τόσα και τέτοια εδέσματα. Πολλοί κατέστρεψαν και αυτό το στόμα και τα μάτια και το κεφάλι.

Και όπως ο δούλος όταν του δοθούν εντολές που ξεπερνούν τη δύναμή του χάνει το μυαλό του και βρίζει πολλές φορές αυτόν που του τις έδωσε, έτσι και αυτή μαζί με τα μέλη αυτά καταστρέφει και
διαφθείρει αναγκαστικά πολλές φορές και τον εγκέφαλο.

Ο Θεός οικονόμησε και αυτά τα πράγματα καλά ώστε από την αμετρία να γίνεται τόση βλάβη που και όταν με τη θέλησή σου δε ζεις ενάρετα να μάθεις να βάζεις μέτρο έστω και παρά τη θέλησή σου από το
φόβο της τόσο μεγάλης φθοράς.

Γνωρίζοντάς τα λοιπόν αυτά, ας αποφεύγουμε την απόλαυση, ας φροντίζουμε να έχουμε μέτρο, για να απολαύσουμε σωματική υγεία και να απαλλάξουμε και την ψυχή από κάθε αρρώστια και να επιτύχουμε
τα μέλλοντα αγαθά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον οποίο ανήκει η δόξα πάντοτε, και τώρα και σ' όλους τους αιώνες. Αμήν.


 http://agiameteora.net/index.php/paterika

Τα Ελληνικά γράμματα ( Μέγας Βασίλειος )


Προς τους νέους, πως να οφελούνται από τα Ελληνικά γράμματα

Πολλοί λόγοι, αγαπητά μου παιδιά, με κάνουν να σας δώσω αυτές τις συμβουλές. Πιστεύω ότι είναι οι καλύτερες και θα σας ωφελήσουν, αν τις κάνετε κτήμα σας. Έχω προχωρημένη ηλικία. Ασκήθηκα στη ζωή με πολλούς τρόπους. Γνώρισα επί πολλά χρόνια τις βιοτικές μεταβολές, που συμπληρώνουν την ανθρώπινη μόρφωση.

Έτσι, έχω κάμποση πείρα στα ανθρώπινα πράγματα. Μπορώ, λοιπόν, σ΄ αυτούς που πρωτομπαίνουν στο στάδιο της ζωής, να δείξω τον πιο σίγουρο δρόμο. Από την άποψη της συγγένειας, έρχομαι ευθύς μετά τους γονείς σας. Γι΄ αυτό, σας αγαπώ όμοια μ΄ εκείνους. Και σεις με βλέπετε σαν πατέρα σας, έτσι θαρρώ...



Αν, λοιπόν, δεχθήτε με προθυμία τα λόγια μου, θα ανήκετε στη δεύτερη κατηγορία εκείνων που επαινεί ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος, γράφοντας ότι είναι άριστος άνθρωπος όποιος μονάχος του ξεχωρίζει το σωστό κι είναι καλός άνθρωπος όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις. Ένω όποιον δεν είναι ικανός να το κάνει αυτό, τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο άχρηστο.

Και μην απορήσετε που έρχομαι να προσθέσω κάτι δικό μου σε όσα διαβάζετε από τους αρχαίους στα σχολεία σας και μάλιστα να σας πω ότι αυτό το δικό μου είναι ωφελιμότερο από όσα εκείνοι σας διδάσκουν. Ακριβώς αυτό είναι το νόημα της συμβουλής μου: δεν πρέπει να παραδώσετε στους αρχαίους συγγραφείς το τιμόνι του νου σας, για να σας πάνε όπου αυτοί θέλουν. Δεν πρέπει να τους ακολουθείτε σε όλα. Πρέπει να πάρετε απ΄ αυτούς ο, τι είναι χρήσιμο και να μη δώσετε προσοχή στα υπόλοιπα. Έρχομαι, λοιπόν, αμέσως να σας υποδείξω ποιά είναι τα άχρηστα μέσα στα συγγράμματά τους και πως να ξεχωρίζετε τα πρώτα από τα δεύτερα.

Εμείς οι χριστιανοί θεωρούμε εντελώς ασήμαντο πράγμα την εδώ κάτω ανθρώπινη ζωή. Δεν λογαριάζουμε και δεν λέμε καλό ο, τι μας εξυπηρετεί σ΄ αυτή μονάχα τη ζωή. Την ένδοξη καταγωγή, την ευρωστία του κορμιού, τη σωματική καλλονή, το ωραίο ανάστημα, τις τιμές που δίνουν οι άνθρωποι, ακόμα και το βασιλικό αξίωμα κι οτιδήποτε άλλο προσφέρει ο παρών κόσμος, δεν θα τα θαρρούμε μεγάλα και ζηλευτά πράγματα. Δεν μας κάνουν εντύπωση όσοι τα έχουν.

Οι δικές μας ελπίδες πάνε πολύ μακρύτερα. Οι πράξεις μας είναι μια προετοιμασία για κάποιαν άλλη ζωή. Ακριβώς, λοιπόν, όσα μας χρειάζονται γι΄ αυτή την άλλη ζωή, αυτά αγαπάμε, αυτά λαχταράμε, περιφρονώντας όσα δεν φθάνουν ως εκεί. Ποιά είναι αυτή η άλλη ζωή; Που και πως θα τη ζήσουμε; Αυτό το θέμα είναι ανώτερο της τωρινής αφορμής, για να το περιγράψω. Και σεις, εξ άλλου, δεν έχετε ακόμη όλη την ωριμότητα, για να αφομοιώσετε την περιγραφή του.

Θα σας δώσω όμως ένα σκιαγράφημά του, που θα σας είναι αρκετό. Ας πάρουμε από τη μια μεριά όλη την ευτυχία, που σωρεύθηκε στον κόσμο αυτόν εδώ από την πρώτη ημέρα του. Όλη, λοιπόν, αυτή η γήινη ευτυχία δεν φθάνει ούτε το μικρότερο από τα αγαθά της άλλης ζωής.

Όλα τα καλά του κόσμου τούτου είναι τόσο κατώτερα από το ελάχιστο ανάμεσα σ΄ εκείνα τα αγαθά, όσο κατώτερα είναι η σκια και το όνειρο από την πραγματικότητα. Ή, για να χρησιμοποιήσω ένα πιο συνηθισμένο παράδειγμα, η διαφορά ανάμεσα στις δυό ζωές, για τις οποίες μιλάμε, είναι όσο κι η διαφορά σε αξία ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα.

Οδηγός μας στην εδώ κάτω ζωή είναι η Αγία Γραφή, που η γλώσσα της έχει πολύ μυστήριο. Όσο ο άνθρωπος έχει ακόμα μικρή ηλικία, είναι φυσικό να μη καταλαβαίνει τη βαθιά της σημασία. Τι κάνει, λοιπόν; Προγυμνάζεται με τα μάτια της ψυχής σε άλλα κείμενα, όχι εντελώς ξένα, που μοιάζουν με καθρέφτες και σκιές. Συμβαίνει δηλαδή ο, τι και στον στρατό.

Οι στρατιώτες αποκτούν την πολεμική πείρα πρώτα με τις κινήσεις των γυμνασίων, που είναι ένα είδος παιχνίδι. Ύστερα, γνωρίζουν τον αληθινό πόλεμο. Έχουμε κι εμείς μπροστά μας μια μάχη. Τη μεγαλύτερη απ΄ όλες. Για να ετοιμασθούμε, πρέπει να γυμνασθούμε, να κοπιάσουμε. Πως θα γίνει αυτή η προγύμναση; Με το να γνωρίσουμε καλά τους ποιητές, τους πεζογράφους, τους ρήτορες κι όλους τους ανθρώπους, που θα μας προσφέρουν κάτι για να δυναμώσουμε την ψυχή μας.

Θυμηθήτε τι κάνουν τα βαφεία. Πρώτα ετοιμάζουν με διάφορους τρόπους το ύφασμα που θα βάψουν. Και μονάχα αφού γίνει αυτή η προεργασία, τότε παίρνουν και μεταχειρίζονται το κόκκινο η άλλο χρώμα για να κάνουν το βάψιμο. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και σε μας. Πρώτα θα ετοιμάσουμε τη συνείδησή μας με την κοσμική σοφία κι ύστερα θ΄ ακούσουμε τα ιερά και βαθιά νοήματα της χριστιανικής διδασκαλίας. Πρώτα θα συνηθίσουμε να βλέπουμε τον ήλιο μέσα στο νερό κι ύστερα θ΄ ατενίσουμε τον ίδιο τον ήλιο.

Αν οι δυό διδασκαλίες έχουν κάποια συγγένεια, θα ήταν ωφέλιμη η γνώση και των δυό. Αλλά έχουν και μεγάλη διαφορά. Γι΄ αυτό, αν τις βάλουμε τη μια πλάι στην άλλη και τις συγκρίνουμε, θα δούμε καθαρά ότι η μια υπερέχει της άλλης. Με τι όμως να τις παρομοιάσουμε, ώστε να δώσουμε μια πετυχημένη εικόνα τους; Η κύρια αξία του φυτού είναι το ότι κάνει καρπούς.

Αλλά και τα φύλλα του προσφέρουν ένα στόλισμα, καθώς παίζουν κάτω από την πνοή του αέρα γύρω στους κλάδους. Κάτι ανάλογο γίνεται και στην ψυχή. Ο καρπός της, η αξία της είναι η αλήθεια. Είναι όμως ωραίο πράγμα να την τριγυρίζει κι η κοσμική σοφία, σαν φυλλωσιά, που σκεπάζει όμορφα τους καρπούς. Αυτό συνέβη με τον μεγάλο Μωϋσή, τον περιβόητο για τη σοφία του, καθώς αναφέρει η παράδοση.

Πρώτα - λένε - γύμνασε τον νου του στις επιστήμες της αρχαίας Αιγύπτου κι ύστερα σίμωσε για να δει τον αληθινό Θεό. Παρόμοιο συνέβη και με τον σοφό Δανιήλ, αιώνες αργότερα. Πρώτα διδάχθηκε στη Βαβυλώνα τη σοφία των Χαλδαίων κι ύστερα έπεσε στη σπουδή της θείας διδασκαλίας.

Αρκετά σας εξήγησα το ότι αυτά τα κοσμικά μαθήματα δεν είναι ανώφελα για την ψυχή. Ας έλθουμε τώρα να δούμε και το πως πρέπει να τα αφομοιώνετε. Ας αρχίσουμε από τα πολύμορφα έργα των ποιητών. Δεν πρέπει να δίνετε σημασία σε όλα, χωρίς εξαίρεση, τα διδάγματά τους. Όταν σας εξιστορούν κατορθώματα η σας εκθέτουν λόγια καλών ανθρώπων, να τα δέχεστε με αγάπη, να κοιτάτε να τους μιμηθήτε, να τους μοιάσετε, όσο μπορείτε.

Όταν όμως φέρνουν στη μέση κακούς ανθρώπους, πρέπει να αποφεύγετε τις τέτοιες εικόνες, φράζοντας τ΄ αυτιά σας όμως ο Οδυσσέας, που, καθώς διηγείται ο Όμηρος, ήθελε ν΄ αποφύγει τη μελωδία των Σειρήνων. Γιατί; Διότι άμα συνηθίσει κανείς στα αμαρτωλά λόγια, περνά και στα αμαρτωλά έργα. Γι΄ αυτό, λοιπόν, πρέπει με κάθε τρόπο να προφυλάσσουμε την ψυχή μας. Γιατί υπάρχει κίνδυνος, μαζί με τη γλύκα των λόγων να πάρουμε μέσα μας και κάτι θανάσιμο, χωρίς να το καταλάβουμε.

Είναι μέλι, που έχει και δηλητήριο. Δεν θα επαινέσουμε, έτσι, τους ποιητές, όταν παριστάνουν ανθρώπους που ασεβούν, που εμπαίζουν, που παραδίνονται στην ακολασία, που παρασύρονται από το πιοτό, ούτε όταν περιορίζουν την ευτυχία σε πλούσια τραπέζια και σε άσεμνα τραγούδια. Και δεν θα δώσουμε καμιά σημασία, όταν κάνουν λόγο για θεούς και μας λένε ότι οι θεοί αυτοί είναι πολλοί κι αλληλομισούνται. Γιατί, καθώς ξέρετε, οι ψεύτικοι θεοί της ειδωλολατρίας πολεμάνε ο αδελφός τον αδελφό κι ο πατέρας τα παιδιά του κι εκείνα τους γονείς τους, με υπουλότητα.

Θ΄ αφήσουμε στους ανθρώπους του Θεάτρου τις μοιχείες των θεών, τους έρωτές τους, τις ασύστολες σαρκικές τους σχέσεις και προ παντός του μεγαλύτερου απ΄ όλους θεού Δία, όπως λέγουν αυτοί. Είναι πράγματα όλα αυτά, που και για τα ζώα αν τα έλεγε κανείς θα κοκκίνιζε. Τα ίδια έχω να πω και για τους πεζογράφους και μάλιστα όταν γράφουν για να διασκεδάσουν.

Επίσης δεν θα μιμηθούμε τους ρήτορες των δικαστηρίων, που η τέχνη τους είναι το ψέμα. Γιατί το ψέμα δεν είναι ωφέλιμο ούτε στα δικαστήρια ούτε πουθενά αλλού, μια και προτιμήσαμε, σαν χριστιανοί, τον σωστό κι αληθινό δρόμο της ζωής και το Ευαγγέλιο μας προστάζει να μη καταφεύγουμε στα δικαστήρια. Απ΄ όσα μας διδάσκουν οι παρά πάνω, θα διαλέγουμε και θα παίρνουμε μονάχα ο, τι είναι έπαινος της αρετής και κατάκριση της κακίας.

Για τον άνθρωπο και τ΄ άλλα ζώα, τα λουλούδια είναι καλά μονάχα για το άρωμά τους και το χρώμα τους. Για τις μέλισσες όμως, υπάρχει σ΄ αυτά και κάτι άλλο: το μέλι. Έτσι κι εδώ. Όσοι στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων δεν αναζητούν μονάχα τη γλύκα και τη χάρη του λόγου, μπορούν ν΄ αποκομίσουν και κάποια ωφέλεια για την ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, αυτά τα συγγράμματα να τα σπουδάζουμε ακολουθώντας το παράδειγμα των μελισσών.

Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε απ΄ αυτά τα κείμενα ο, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας.

Κι όπως, κόβοντας το τριαντάφυλλο, αποφεύγουμε τ΄ αγκάθια της τριανταφυλλιάς, έτσι κι από τα κείμενα αυτά θα πάρουμε ότι είναι χρήσιμο και θα φυλάξουμε τον εαυτό μας απ΄ ότι είναι επιζήμιο. Από την πρώτη, λοιπόν, στιγμή πρέπει να εξετάζουμε τα διδάγματα χωριστά και να τα προσαρμόσουμε στον σκοπό μας, φέρνοντας, κατά τη δωρική παροιμία τη σχετική με τους κτίστες, την πέτρα στο αλφάδι.

Στην άλλη ζωή, θα φθάσουμε με την αρετή. Την αρετή, που εξύμνησαν κι οι ποιητές κι οι πεζογράφοι, άλλα πιο πολύ οι φιλόσοφοι. Έτσι, μεγαλύτερη προσοχή πρέπει να δώσουμε στα συγγράμματα αυτών των τελευταίων. Δεν είναι μικρό το κέρδος, όταν οι ψυχές των νέων συνηθίσουν και κάνουν δική τους την αρετή. Όσα ο άνθρωπος αφομοιώνει στην τρυφερή ηλικία του, μένουν ασάλευτα. Γιατί η ψυχή είναι ακόμα απλή τότε και ο, τι δέχεται, εντυπώνεται πολύ βαθιά μέσα της.

Τι άλλο τάχα σκέφθηκε ο Ησίοδος από το να προτρέψει τους νέους στην αρετή, όταν φιλοτεχνούσε τους στίχους του, που όλοι τους τραγουδούν; Σκέφθηκε ότι ο δρόμος της αρετής είναι στην αρχή κακοτράχαλος και δυσκολοδιάβατος κι ανηφορικός. Ότι τον κάνει κανείς με πολύ ιδρώτα και πολύ κόπο. Ότι, γι΄ αυτόν τον λόγο, δεν μπορεί ο καθένας να βάλει το πόδι του σ΄ αττόν τον δρόμο, με την αποτομιά που δείχνει, κι ούτε, αν τον περπατήσει, θα φθάσει εύκολα στην κορφή.

Ότι σαν φθάσει όμως εκεί πάνω, βλέπει πως στην πραγματικότητα ήταν ένας δρόμος ίσιος, όμορφος, εύκολος, καλοδιάβατος και πιο ευχάριστος από τον άλλο, που οδηγεί στην κακία και που ο ίδιος ποιητής είπε ότι μονομιάς μπορεί κανείς να τον διαβεί, γιατί βρίσκεται κοντά μας. Εγώ το πιστεύω:

Ο Ησίοδος ιστόρησε όλα αυτά για να μας παροτρύνει στην αρετή, να σπρώξει τον καθένα στο καλό, να μας κάνει να μη το βάλουμε κάτω μπροστά στους κόπους και να μη σταματήσουμε πριν από το τέλος του δρόμου. Κι όποιος άλλος με τέτοιο τρόπο τραγούδησε την αρετή, ας γίνει ο λόγος του καλόδεχτος από μας, μια κι οδηγεί στον ίδιο σκοπό.

Άκουσα κάποτε να μιλά σχετικά μ΄ αυτό το θέμα ένας άνθρωπος, που είχε τη δύναμη να εμβαθύνει στο νόημα των ποιητών. Έλεγε, λοιπόν, ότι όλη η ποίηση του Ομήρου δεν είναι άλλο παρά ένας ύμνος της αρετής. Όλα, στον Όμηρο, εκτός από ο, τι είναι περιθωριακό, αποβλέπουν σ΄ αυτό. Έτσι, λόγου χάρη, συμβαίνει με όσα γράφει για τον Οδυσσέα, που σώθηκε γυμνός από το ναυάγιο και, στην αρχή, με μόνη την εμφάνισή του, προκάλεσε τον σεβασμό της βασιλοκόρης Ναυσικάς.

Η γύμνια του δεν ήταν ντροπή, γιατί αντί για ρούχα ήταν ντυμένος με την αρετή. Κι ύστερα προκάλεσε αγαθή εντύπωση και στους άλλους Φαίακες, σε σημείο που να παρατήσουν την τρυφηλή ζωή τους και να προσπαθούν, θαυμάζοντας τον, να τον μιμηθούν. Και στο στόμα κάθε Φαίακος, τότε, άλλη ευχή δεν υπήρχε παρά να γίνει δεύτερος Οδυσσεας, έστω και θαλασσοδαρμένος. Γιατί - έλεγε ο ερμηνευτής εκείνος του ποιητικού νοήματος- με αυτά ο Όμηρος διδάσκει ξάστερα τα εξής: Άνθρωποι γυμνασθήτε στην αρετή, που κολυμπά μαζί σας στο ναυάγιο, κι όταν πατήσετε στη στεριά γυμνοί, θα σας παραστήσει πιο τιμημένους από τους αμέριμνους Φαίακες. Και, πραγματικά, αυτό είναι.

Όλα τα άλλα, που τυχόν έχουμε, ανήκουν εξ ίσου στους ιδιοκτήτες τους και σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο. Πέφτουν πότε εδώ και πότε εκεί, όπως τα ζάρια. Η μόνη αναφαίρετη ιδιοκτησία είναι η αρετή. Την έχει δική του ο καθένας κι όσο ζη κι όταν φύγει απ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο. Γι΄ αυτό κι ο Σόλων, θαρρώ, είπε στους πλουσίους το: «Δεν θ΄ ανταλλάξουμε μαζί τους τον πλούτο με την αρετή. Πάντα εκείνη μένει, ενώ το χρήμα συχνά απ΄ τον ένα στον άλλο περνά»

Παρόμοια είναι κι όσα λέγει ο Θέογνις. Ο κάθε θεός γέρνει προς τους ανθρώπους τον ζυγό με διαφορετικό πάντα τρόπο, ώστε: «άλλοτε να πλουτούν κι άλλοτε να μην έχουν τίποτε».

Αλλά κι ο σοφιστής Πρόδικος, ο Κείος, εκφράζεται παρόμοια κάπου στα συγγράμματά του, φιλοσοφώντας γύρω από την αρετή και την κακία. Ας δώσουμε, λοιπόν, και σ΄ αυτόν προσοχή, γιατί είναι αξιόλογος άνθρωπος. Διηγείται τα εξής, από όσο θυμάμαι, γιατί δεν έχω αποστηθισμένο τον λόγο του, που είναι πεζός κι όχι σε στίχους. Όταν ο Ηρακλής ήταν ακόμα πολύ νέος, σχεδόν της ηλικίας σας, σκεφτόταν ποιόν δρόμο να πάρει, τον κοπιαστικό της αρετής η τον πολύ εύκολο.

Τον σίμωσαν, λοιπόν, δυό γυναίκες, η Αρετή κι η Κακία. Η διαφορά τους φάνηκε ευθύς, με την εξωτερική τους εμφάνιση, πριν ακόμα αρθρώσουν λέξη. Η μια ήταν στολισμένη φανταχτερά από την κομμωτική τέχνη, σαν καλλονή, αλλά με πλαδαρές σάρκες εξ αιτίας της τρυφηλής ζωής, κι από πίσω της έρχονταν όλα τα πάθη της ηδονής. Τα έδειχνε όλα αυτά και τα συνόδευε με πολλές υποσχέσεις, προσπαθώντας να τραβήξει προς το μέρος της τον Ηρακλή.

Η άλλη ήταν ισχνή, ατημέλητη, με σοβαρό βλέμμα κι έλεγε πράγματα εντελώς διαφορετικά. Δεν υποσχόταν τίποτε το αναπαυτικό και το ευχάριστο. Υποσχόταν μονάχα χίλιους δυό κόπους κι ιδρώτα και κινδύνους παντού, σε στεριές και θάλασσες. Και το βραβείο, για όλα αυτά, θα ήταν να γίνει ο Ηρακλής θεός - έλεγε ο Πρόδικος. Κι όπως ξέρετε, ο Ηρακλής, στο τέλος αυτήν ακολούθησε.

Όλοι, λοιπόν, σχεδόν οι αξιόλογοι για τη σοφία τους άνθρωποι, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, κι ο καθένας με τον τρόπο του, έχουν εξυμνήσει, στα όσα έγραψαν, την αρετή. Αυτούς πρέπει να πιστεύουμε και να πασχίζουμε να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τα λόγια τους. Γιατί όποιος στηρίζει με πράξεις τη φιλοσοφία, που άλλοι την περιορίζουν στα λόγια «αυτός μονάχα έχει νου, σαν σκιές οι άλλοι γυροφέρνουν».

Έχουμε, σ΄ αυτή την περίπτωση, μια θαυμαστή σε ομορφιά προσωπογραφία και πλάι της το ίδιο πρόσωπο στην πραγματικότητα, εξίσου ωραίο με την απεικόνισή του. Υπάρχουν άνθρωποι που με φουσκωμένα λόγια εξυμνούν την αρετή μπροστά στους άλλους, αλλά στη δική τους ζωή προτιμούν την ακολασία από τη σωφροσύνη, την πλεονεξία από το δίκιο.

Με τι μοιάζουν αυτοί; Μοιάζουν με τους ηθοποιούς που παίζουν δράματα και παρουσιάζονται στη σκηνή συχνά σαν βασιλιάδες και μεγάλοι άρχοντες, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο στην πραγματικότητα και, καμιά φορά, ούτε ελεύθεροι πολίτες, αλλά δούλοι. Ο μουσικός θα δεχόταν να μην είναι καλά κουρντισμένη η λύρα του; Ο κορυφαίος του χορού, στην τραγωδία, θα δεχόταν να μην είναι ο χορός εναρμονισμένος μαζί του; Όχι.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι που θέλουν να διαφωνούν με τον εαυτό τους, κι η ζωή τους να έρχεται σε αντίθεση με τα λόγια τους, να συμβαίνει σ΄ αυτούς αυτό που λέγει ο Ευριπίδης" η γλώσσα μου ορκίσθηκε αλλά όχι κι ο νους, και που να θέλουν να φαίνονται κι όχι να είναι στ΄ αλήθεια καλοί; Αλλά κάτι παρόμοιο θα ήταν το άκρον άωτο της αδικίας, αν πρέπει να πιστέψουμε στον Πλάτωνα, το να δίνει κανείς την εντύπωση ότι είναι σωστός άνθρωπος και στην πραγματικότητα να μην είναι.

Όσα, λοιπόν, λόγια οδηγούν προς το καλό, πρέπει να τα αφομοιώνουμε, όπως είπαμε παραπάνω. Αλλά και σπουδαίες πράξεις των αρχαίων σώθηκαν στη μνήμη ως τις ημέρες μας η καταγραμμένες στις σελίδες των ποιητών και των πεζογράφων. Ας μη παραμελήσουμε και τη δική τους ωφέλεια. Κάποτε, λόγου χάρη, ένας χυδαίος άνθρωπος έβριζε τον Περικλή, ένω ο μεγάλος πολιτικός δεν έδινε καμιά σημασία.

Όλη τη μέρα ο άνθρωπος εκείνος περιέλουζε με βρισιές τον Περικλή, αλλ΄ αυτός έμενε αδιάφορος. Όταν, λοιπόν, έπεσε το βράδι και σκοτείνιασε κι εκείνος αποκαμωμένος απομακρυνόταν, ο Περικλής, πιστός στην άσκηση της φιλοσοφίας, πρόσταξε να του φωτίσουν το δρόμο που περπατούσε. Μια άλλη φορά, πάλι, ένας άνθρωπος οργισμένος εναντίον του Ευκλείδη, του φιλοσόφου από τα Μέγαρα, τον απείλησε, και μάλιστα με όρκο, ότι θα τον σκότωνε.

Αλλά κι ο Ευκλείδης του ορκίσθηκε ότι θα τον ικανοποιούσε και θα τον έβγαζε από την οργή του. Τι σπουδαίο θα ήταν αν όσοι παρασύρονται στο πάθος του θυμού έφερναν στον νου τους τέτοια περιστατικά! Γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε στην τραγωδία, που διδάσκει ότι η οργή οπωσδήποτε αρματώνει το χέρι εναντίον του εχθρού μας και να ερεθιζόμαστε απ΄ αυτή. Κι αν αυτό είναι δύσκολο, πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λογική εναντίον της και να της κόβουμε τα φτερά.

Ας γυρίσουμε πάλι στα παραδείγματα σπουδαίων πράξεων. Όρμησε κάποιος εναντίον του φιλοσόφου Σωκράτη και τον χτυπούσε αλύπητα στο πρόσωπο. Αλλά εκείνος δεν έφερε αντίσταση. Άφησε τον μεθυσμένο να χορτάσει την οργή του, ως ότου η όψη του είχε μελανιάσει και πρησθεί από τα χτυπήματα. Όταν το ξύλο σταμάτησε καμιά φορά, ο Σωκράτης έκανε μονάχα αυτό: έγραψε στο μέτωπο του ο τάδε το κανε, όπως επιγράφουν στους ανδριάντες το όνομα του γλύπτη.

Ήταν η μόνη του εκδίκηση. Τα παραδείγματα αυτά έχουν σχεδόν την ίδια επιδίωξη με την Αγία Γραφή μας. Γι΄ αυτό είπα ότι είναι για την ηλικία σας πολύ αξιομίμητα. Λόγου χάρη, το τελευταίο περιστατικό, εκείνο του Σωκράτη, μοιάζει με ο, τι παραγγέλλει ο Κύριος: αν σε χτυπήσει κανείς στο ένα μάγουλο, στρέψε του και το άλλο, αντί να υπερασπίσεις τον εαυτό σου. Όσο για τα περιστατικά του Περικλή η του Ευκλείδη, θυμίζουν την εντολή να υπομένουμε όποιους μας κάνουν κακό και να βαστάμε με πραότητα την οργή τους, να μην καταριόμαστε αλλά να απαντάμε με ευχές στους εχθρούς μας.

Όποιος προγυμνασθεί στα αρχαία εκείνα παραδείγματα, δεν θα δυσπιστήσει στις εντολές του Ευαγγελίου σαν ακατόρθωτες. Δεν θα λησμονήσω και την πράξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που αφού έπιασε αιχμάλωτες τις πανέμορφες, όπως λέγεται, κόρες του Δαρείου, δεν καταδέχθηκε ούτε να τις κοιτάξη, θαρρώντας ντροπή για τον νικητή ανδρών να νικηθεί από γυναίκες. Αυτό συμπίπτει με το ευαγγελικό: όποιος ρίξει βλέμμα επιθυμίας σε γυναίκα, έστω κι αν δεν κάνει μοιχεία στην πράξη, με το να δεχθεί όμως τη μοιχεία στην ψυχή του, είναι ένοχος.

Όσο για το παράδειγμα του Κλεινία, μαθητή του φιλοσόφου και μαθηματικού Πυθαγόρα, είναι δύσκολο να παραδεχθούμε ότι τυχαία συμπίπτει με αυτή του φιλοσόφου και μαθηματικού Πυθαγόρα. Τι έκανε ο Κλεινίας; Αν ορκιζόταν, θα γλίτωνε πρόστιμο τριών ταλάντων. Αλλά προτίμησε να πληρώσει αυτό το υπέρογκο ποσό για να μη πάρει όρκο, έστω κι αν ο όρκος θα ήταν αληθινός. Κι αυτό το έκανε, ίσως γιατί άκουσε την εντολή, που απαγορεύει τον όρκο.

Αλλά ας κάνουμε πάλι πίσω, σε ο, τι έλεγα στην αρχή. Στο ότι δηλαδή δεν πρέπει να τα αφομοιώνουμε όλα χωρίς διάκριση, άλλα μονάχα όσα ωφελούν. Γιατί είναι ντροπή, να απωθούμε τις βλαβερές τροφές, ένω στα μαθήματα, που είναι η τροφή της ψυχής, να μη δίνουμε καμιά σημασία, αλλά να τα παίρνουμε και να τα καταπίνουμε σαν το ορμητικό ποτάμι. Ο καπετάνιος δεν παρατά το καράβι του όπως λάχει στους ανέμους, άλλα το κατευθύνει προς το λιμάνι.

Ο τοξότης σκοπεύει τον στόχο του. Ο χαλκιάς κι ο χτίστης δουλεύουν σύμφωνα με τον προσανατολισμό της δουλειάς τους. Εμείς είμαστε τάχα κατώτεροι απ΄ αυτούς τους επαγγελματίες τουλάχιστο στο να ξεχωρίζουμε το συμφέρον μας; Όπως ο επαγγελματίας έχει ένα στόχο στη δουλειά του, έτσι κι η ανθρώπινη ζωή έχει ένα δικό της στόχο. Και σ΄ αυτόν έχουν τα μάτια τους όλοι όσοι δεν θέλουν να μοιάζουν με άλογα ζώα. Αλλιώς θα είμαστε το ίδιο πράγμα με πλοία, που δεν έχουν έρμα, το τιμόνι της ψυχής μας δεν θα το μεταχειρίζεται η λογική και θα γυροφέρνουμε μέσα στη ζωή άσκοπα. Στους γυμναστικούς αγώνες και στους μουσικούς επίσης διαγωνισμούς, όποιος λαβαίνει μέρος, έχει υπόψη του το αντίστοιχο στεφάνι. Όποιος αθλείται στην πάλη η στο παγκράτιο, δεν χάνει τον καιρό του να παίζει κιθάρα η αυλό.

Παράδειγμα ο χεροδύναμος αθλητής Πολυδάμας, που πριν κατεβεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αναχαίτιζε καταμεσίς του δρόμου τα άρματα που έτρεχαν και μ΄ αυτό τον τρόπο δυνάμωνε τους μυς του. Επίσης ο Μίλων ο Κροτωνιάτης δεν μετατοπιζόταν έξω από το αλειμμένο σκουτάρι κι αντιστεκόταν στο σπρώξιμο όπως τα κολλημένα με μολύβι αγάλματα.

Μ΄ ένα λόγο, γυμνάζονταν για να είναι έτοιμοι στα αγωνίσματά τους. Ας υποθέσουμε όμως ότι τους έτρωγε η περιέργεια κι άφηναν τον κουρνιαχτό των γυμναστηρίων για τις μελωδίες του Μαρσύα, του αυλητή από τη Φρυγία, και του μαθητή του, του Όλυμπου. Τι θα συνέβαινε τότε; Θα κέρδιζαν τον κότινο; Θα δοξάζονταν; Θα προκαλούσαν τον θαυμασμό με την σωματική τους αλκή; Αλλά ούτε κι ο Τιμόθεος, ο περίφημος αυλητής από τη Θήβα, παράτησε τη μουσική για να χάνει τον καιρό του στις παλαίστρες.

Γιατί αν έκανε κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε να τους ξεπεράσει όλους στην τέχνη των ήχων και να έχει τέτοια ικανότητα σ΄ αυτήν, ώστε, ανάλογα με το κέφι του, άλλοτε οιστρηλατούσε την ψυχή με τη σοβαρή κι αυστηρή αρμονία κι άλλοτε, γλυκαίνοντας τους τόνους, τη χαλάρωνε και την επράυνε. Χάρη στην τέχνη του, καθώς λένε, ακόμα και τον Μέγα Αλέξανδρο, παίζοντας ένα φρυγικό μέλος, τον έκανε να πεταχτεί από το τραπέζι σε πολεμικό συναγερμό κι ύστερα τον ξανάφερε ανάμεσα στους συνδαιτημόνες του, απαλαίνοντας το μουσικό του παίξιμο. Τόση είναι η δύναμη και στη μουσική και στον αθλητισμό, που δίνει η προσαρμοσμένη στον σκοπό της άσκηση.

Και μια που ο λόγος για στεφάνια κι αθλητές. Τι τραβούν αυτοί οι άνθρωποι! Αυξαίνουν τη δύναμή τους με πολύ ιδρώτα και κόπους στα γυμναστήρια. Ο προπονητής τους ακόμα και ξύλο τους δίνει. Η δίαιτά τους δεν είναι καθόλου ζηλευτή.

Είναι η γνωστή των γυμναστών. Κι από κάθε άλλη άποψη - για να μη μακρηγορήσουμε- περνούν ζωή δύσκολη, που είναι προετοιμασία για τον αγώνα. Κι αφού έτσι ετοιμασθούν, τότε μπαίνουν γυμνοί στο στάδιο και περνούν όλους τους κόπους και τις λαχτάρες, για να κερδίσουν ένα στεφάνι από ταπεινό χορτάρι και να αναγορευθούν νικητές. Κι εμείς, τώρα, που περιμένουμε τόσο θαυμαστά στον αριθμό και στην αξία στεφάνια, απερίγραπτά με λέξεις, πως είναι δυνατόν να πετύχουμε με ημίμετρα, με μαλθακή ζωή, με έλλειψη περιορισμών; Αν ήταν έτσι, η αμεριμνησία θα ήταν πολύτιμο πράγμα στη ζωή.

Ο Σαρδανάπαλος, ο Ασσύριος εκείνος βασιλιάς, που ήταν ονομαστός για την τρυφηλή ζωή του, θα έπρεπε να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος. Επίσης ο Μαργίτης, που καθώς αναφέρει ένα ποίημα αποδινόμενο στον Όμηρο, δεν ήταν ικανός ούτε να οργώνει ούτε να σκάβει ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο να κάνει. Αλλά ας κοιτάξουμε μήπως είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που είπε ένας από τους εφτά σοφούς, ο Πιττακός, ότι το να γίνει κανείς καλός άνθρωπος είναι δύσκολο πράγμα.

Πραγματικά, θ΄ αποκτήσουμε με πολλούς κόπους τα αγαθά, που, καθώς προείπαμε, τίποτε το ανθρώπινο δεν τους μοιάζει. Δεν πρέπει, λοιπόν, να είμαστε αμελείς και με λιγόχρονη ακηδία να χάσουμε τις ελπίδες πολύ ακριβών πραγμάτων. Έτσι, θα ήταν σαν να θέλουμε να τιμωρηθούμε και σ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο, πράγμα πολύ βαρύ για κάθε συνετό άνθρωπο, άλλα και στα κριτήρια, που υπάρχουν είτε κάτω από τη γη είτε οπουδήποτε άλλου του σύμπαντος. Γιατί, όποιος χωρίς να θέλει δεν έξεπληρωσε το καθήκον του, ίσως συγχωρηθεί κάπως από τον Θεό. Αλλά όποιος διάλεξε συνειδητά το κακό, είναι εντελώς αδικαιολόγητος και θα τιμωρηθεί απανωτά.

Αλλά, θα πει κανείς: Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε; Απλούστατα: τίποτε άλλο παρά να παραμερίσουμε το κάθε τι και να μεριμνήσουμε για την ψυχή. Δεν πρέπει να είμαστε υποταγμένοι στο σώμα, χωρίς απόλυτη ανάγκη. Αλλά να παρέχουμε στην ψυχή ο, τι το πιο καλό, χρησιμοποιώντας τη σωστή σκέψη και λύνοντας την έτσι από τα δεσμά των παθών του σώματος, που είναι κατά κάποιο τρόπο η φυλακή της. Και, παράλληλα κάνοντας το σώμα ανώτερο από τα πάθη. Λόγου χάρη, παρέχοντας στο στομάχι ο, τι είναι αναγκαίο κι όχι ο, τι είναι ευχάριστο. Υπάρχουν άνθρωποι, που ψάχνουν σε στεριές και σε θάλασσε, για να βρουν σπουδαίους μαγείρους και τραπεζοποιούς, λες και τους πρόσταξε να το κάνουν κάποιος απαιτητικός ηγεμόνας, σαν φόρο στη βουλιμία του.

Είναι άνθρωποι για κλάματα. Δεινοπαθούν όπως οι κολασμένοι στον άδη. Και για ποιό λόγο; Όπως λέγει η παροιμία, κουβαλούν νερό με κόσκινο σε τρύπιο πιθάρι κι οι κόποι τους τέλος δεν έχουν. Κι η περίσσια περιποίηση των μαλλιών και του ντυσίματος είναι, κατά τα λεγόμενα του Διογένη, απασχόληση ανθρώπων αδίκων η δυστυχισμένων. Το να είναι κανείς κομψευόμενος η και το να λέγεται τέτοιος, είναι το ίδιο περίπου σαν να μιμείται τις εταίρες η να επιβουλεύεται την οικογενειακή τιμή του πλησίον του.

Τι διαφορά, για τον φρόνιμο άνθρωπο, ανάμεσα στο πολυτελές και στο άπλα πρακτικό ρούχο, μια και το τελευταίο κάνει τη δουλειά του, προστατεύοντας το κορμί από το χειμωνιάτικο κρύο κι από το κάμα του καλοκαιριού; Και για όλα τα άλλα, πάλι, το ίδιο ισχύει: να μη ξεπερνούν το μέτρο της λογικής ανάγκης κι ούτε να κολακεύουν το σώμα σε βάρος τους συμφέροντος της ψυχής.

Ο άνθρωπος που αξίζει να λέγεται άνθρωπος, θεωρεί ίδια ντροπή το να είναι κομψευόμενος και υπηρέτης του κορμιού, όπως και το να είναι υποδουλωμένος σε οποιοδήποτε άλλο πάθος. Όποιος κάνει το παν για την εκζήτηση στη σωματική του εμφάνιση, αποδείχνει ότι δεν έχει συνείδηση της αληθινής ανθρώπινης αξίας. Δεν καταλαβαίνει το σοφό γνωμικό, που λέγει: άνθρωπος δεν είναι ο, τι φαίνεται απ΄ έξω. Πρέπει, με υψηλότερη σκέψη, να καταλαβαίνουμε τι πραγματικά είμαστε ο καθένας.

Για να γίνει αυτό, χρειάζεται ψυχή καθαρή πιο πολύ απ΄ ότι για να δει κανείς τον ήλιο με γερά μάτια. Και τι σημαίνει, με λίγα λόγια, καθαρή ψυχή; Περιφρόνηση των σωματικών απολαύσεων. Δηλαδή να μην τρέφουμε την όρασή μας με τα άτοπα θεάματα των θαυματοποιών. Να μην εκθέτουμε γυμνά τα σώματα, πράγμα που προκαλεί την ηδονή άμεσα. Να μην ακούμε μεθυστικά τραγούδια για την ψυχή, με άσεμνο περιεχόμενο, μια και τέτοια μουσική δίνει ζωή σε πάθη που υποδουλώνουν κι εξευτελίζουν τον άνθρωπο. Άλλη είναι η μουσική που ταιριάζει σε μας.

Μια μουσική που είναι καλύτερη κι υψώνει στο καλύτερο. Εκείνη που μεταχειριζόταν κι ο Δαβίδ, ο ποιητής των ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης, για να κατασιγάσει την εξαλλοσύνη του βασιλιά Σαούλ. Κάτι παρόμοιο λέγεται και για τον φιλόσοφο και μαθηματικό Πυθαγόρα. Κάποτε συναπάντησε μεθυσμένους, που βρίσκονταν σε ευθυμία. Πρόσταξε, λοιπόν, τον αυλητή, που τους συνόδευε, ν΄ αλλάξει σκοπό και να παίξει δωρική μελωδία. Τότε, κάτω από την επίδρασή της, ήρθαν στα συγκαλά τους, πέταξαν τα στεφάνια και τράβηξαν για τα σπίτια τους γεμάτοι ντροπή. Άλλοι πάλι, κάτω από τους ήχους του αυλού, μεταβάλλονται σε Κορύβαντες και Βάκχες. Τόσο διαφέρει στην επίδρασή της η καλή από την ανήθικη μουσική. Λοιπόν, το πρώτο που πρέπει να αποφεύγετε απ΄ όσα καταφάνερα αισχρά πράγματα υπάρχουν, είναι η μάθηση της μουσικής που έχει σήμερα πέραση.

Και το να ανακατεύετε την ατμόσφαιρα με λογιών-λογιών αναθυμιάσεις, που ήδονιζουν την όσφρηση, ή το να φοράτε αρώματα, ντρέπομαι ακόμα και να τα απαγορέψω. Όσο για τις ηδονές της επαφής και της γεύσεως, τι να πω άλλο από το ότι υποχρεώνουν όσους τους έχουν δοθεί να ζούνε σαν κτήνη, έχοντας ενδιαφέρον μονάχα για την κοιλιά κι ο, τι είναι κάτω από την κοιλιά;

Ας το πω, σύντομα: όποιος δεν θέλει να βουλιάξει στο βόρβορο των σωματικών ηδονών, πρέπει να περιφρονήσει όλο το σώμα η να το φροντίζει τόσο μονάχα όσο του χρειάζεται για να το έχει βοηθό στη φιλοσοφία, όπως λέγει ο Πλάτων κι όπως λέγει ο Παύλος συμβουλεύοντας να μη φροντίζουμε για το σώμα κατά τρόπο που να δίνει λαβή σε επιθυμίες.

Όσοι φροντίζουν για να είναι καλά το σώμα και την ψυχή, που θα χρησιμοποιήσει το σώμα, την παραμελούν σαν ανάξια λόγου, είναι ίδιοι με όσους νοιάζονται πολύ για τα εργαλεία, αλλά δεν τους νοιάζει για την τέχνη, που τα χρησιμοποιεί. Το αντίθετο πρέπει να γίνεται. Να τιμωρούν το σώμα. Να καταπτοούν τις ορμές του σαν θηρία. Να παίρνουν την ορθή σκέψη σαν βούρδουλα και να μαστιγώνουν και να αποκοιμίζουν την τρικυμία της ψυχής, που προκαλείται από το σώμα.

Κι όχι αμολώντας κάθε χαλινάρι για την ηδονή, ν΄ αφήνουν την ψυχή στο κατάντημα άτυχου ηνιόχου, που τον πάνε κατά κρημνών ατίθασα κι ορμητικά άλογα. Ας θυμούνται και το εξής από τη ζωή του Πυθαγόρα: κάποτε, σαν είδε ένα φίλο του, που με την καλοφαγία και τις σωματικές ασκήσεις, είχε κάνει κορμί εντυπωσιακό, του είπε: Δεν παύεις, φίλε μου να φτιάχνεις τη φυλακή σου πιο δύσκολη; Λένε και για τον Πλάτωνα: προβλέποντας τις ζημιές, που θα του προκαλούσε το κορμί, εγκαταστάθηκε έξεπιτηδες στην Ακαδημία, τόπο της Αττικής νοσηρό, για να κόψει έτσι την υπερβολική ευαισθησία του σώματος, όπως κόβουν το περίσσιο φύλλωμα του αμπελιού. Εγώ μάλιστα άκουσα τους γιατρούς να λένε ότι η πολλή υγεία είναι κάτι το επικίνδυνο.

Μια, λοιπόν, που η περίσσια φροντίδα για το σώμα είναι και στο ίδιο άχρηστη και στην ψυχή εμπόδιο, είναι σωστή αφροσύνη το να εξαρτάμε όλα από το σώμα και να είμαστε σκλάβοι του. Κανένα άλλο ανθρώπινο πράγμα δεν αξίζει τόσο θαυμασμό όσο η άσκηση στην περιφρόνηση του σώματος. Δεν καταλαβαίνω, λόγου χάρη, τι θα τον χρειασθούμε τον πλούτο, όταν έχουμε καταπατήσει τις σωματικές ηδονές. Έκτος αν είναι ευχαρίστηση να αγρυπνεί κανείς πάνω από θαμμένους θησαυρούς, όπως οι μυθικοί δράκοντες, που αναφέρει ο ιστορικός Ηρόδοτος.

Ο άνθρωπος που έχει καλλιεργηθεί κι απόκτησε ελεύθερο φρόνημα ως προς αυτά, δεν μπορεί να κάνει η να πει ποτέ κάτι το ποταπό και το αισχρό. Ένας τέτοιος άνθρωπος προσέχει μονάχα το αναγκαίο. Τα υπόλοιπα, έστω κι αν είναι σαν το χρυσάφι του Πακτωλού ποταμού η σαν το χρυσάφι που βγάζουν το μερμήγκια, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, τα κανονίζουν οι ανάγκες της φύσεως κι όχι η άπλησια των ηδονών. Όσοι ξεπερνούν τα σύνορα της ανάγκης, μοιάζουν με ανθρώπους που γλιστρούν σε κατήφορο και μην έχοντας που να στηρίξουν τα πόδια τους εξακολουθούν αέναα να πέφτουν.

Όσο πιο πολλά αποκτούν, τόσο περισσότερα χρειάζονται, για να ικανοποιούν τις επιθυμίες όπως λέγει κι ο νομοθέτης Σόλων: «Στον ανθρώπινο πλούτο τέρμα φανερό δεν υπάρχει» . Αλλά κι ο Θέογνις ας έρθει στη μέση για να μας διδάξει σ΄ αυτό το ζήτημα: «Δεν ποθώ ούτε εύχομαι να γίνω πλούσιος. Άμποτε με λίγα να ζω, χωρίς δεινά».

Άξιος θαυμασμού είναι κι ο Διογένης, που περιφρονούσε όλα μαζί τα ανθρώπινα αγαθά κι έλεγε ότι είναι πλουσιώτερος κι από τον βασιλιά της Περσίας, γιατί στη ζωή του είχε ανάγκη από λιγότερα πράγματα. Οι πολλοί όμως τίποτε δεν θαρρούν αρκετό και θα ήθελαν να έχουν τα τάλαντα του Πυθίου κι απέραντα χωράφια κι αναρίθμητα κοπάδια.

Αλλά νομίζω ότι τον πλούτο, όταν δεν τον έχουμε, δεν πρέπει να τον ποθούμε. Κι όταν τον έχουμε, να μη καυχώμαστε για το ότι είναι δικός μας, αλλά για το ότι ξέρουμε να τον χρησιμοποιούμε. Σωστά μίλησε ο Σωκράτης σ΄ ένα πλούσιο, που καυχιόταν για το βιος του, όταν του είπε ότι δεν θα τον θαύμαζε πριν διαπιστώσει αν ήξερε να τον χρησιμοποιήσει. Θα ήταν για γέλια ο Φειδίας κι ο Πολύκλειτος, αν καυχιόντουσαν για το χρυσάφι και το φίλντισι, με τα όποια ο ένας έφτιαξε το άγαλμα του Δία για τους κατοίκους της Ηλείας κι ο άλλος το άγαλμα της Ήρας για τους Άργειους.

Γιατί θα είχαν καυχηθεί για πλούτο που δεν ήταν δικός τους και γιατί δεν θα λογάριαζαν την τέχνη τους που έδωσε νόημα κι ομορφιά στο χρυσάφι. Εμείς τώρα είμαστε λιγότερο καταγέλαστοι αν παραδεχθούμε ότι η αρετή δεν είναι αρκετό στολίδι του εαυτού της;

Ας πούμε, λοιπόν, ότι καταπατήσαμε τον πλούτο και περιφρονήσαμε τις ηδονές των αισθήσεων. Θα επιζητήσουμε όμως την κολακεία και τα χάδια και θα αντιγράψουμε τη φιλοκέρδεια και την ευστροφία της αλεπούς, που αναφέρει ο μύθος του λυρικού ποιητή Αρχιλόχου; Ο φρόνιμος άνθρωπος τίποτε άλλο δεν πρέπει να αποφεύγει περισσότερο από τη ζωή των επιδείξεων, από το να τον επηρεάζει το τι θα πει γι΄ αυτόν ο κόσμος, από το να μην έχει πυξίδα της ζωής του τη λογική.

Αν τα έχει αποφύγει αυτά, τότε δεν φοβάται να πάει αντίθετα προς τη γνώμη όλης της κοινωνίας, να τον κατηγορήσουν, να κινδυνέψει για χάρη του αγαθού, να σταθεί ακλόνητος στην ορθή απόφαση. Ένας που δεν ζη έτσι, δεν διαφέρει σε τίποτε από τον ομηρικό Πρωτέα, που όταν ήθελε γινόταν φυτό η ζώο η φωτιά η νερό η οτιδήποτε άλλο πράγμα.

Γιατί ένας τέτοιας λογής άνθρωπος άλλοτε εξυμνεί το δίκιο σε όσους το τιμούν, άλλοτε θα πει τα αντίθετα, όταν δει ότι κυριαρχεί η αδικία, όπως ακριβώς κάνουν οι κόλακες. Κι όπως το χταπόδι αλλάζει χρώμα ανάλογα με τον βυθό, έτσι κι αυτός θ΄ αλλάζει γνώμες ανάλογα μ΄ εκείνες των γύρω του.

Αυτά όλα θα τα διδαχθούμε τελειότερα στην Αγία Γραφή μας. Αλλά προς ώρας τα περιγράφουμε, σαν σκιαγράφημα της αρετής από την κοσμική σοφία. Όσοι μ΄ επιμέλεια μαζεύουν την ωφέλεια από κάθε τι, μοιάζουν με ποτάμια που παίρνουν στο διάβα τους νερό από παραποτάμους κι ολοένα γίνονται μεγαλύτερα. Είναι σωστή η υπόμνηση του Ησιόδου για το λίγο που προστίθεται στο λίγο, όχι μονάχα σχετικά με το χρήμα, αλλά και με τη γνώση.

Με τον τρόπο αυτόν κι η γνώση γίνεται περισσότερη και μεγάλη. Όταν ο φιλόσοφος Βίας αποχαιρετούσε τον γιο του, που έφευγε για την Αίγυπτο, και το παιδί τον ρώτησε με ποιά πράξη του θα τον ευχαριστούσε περισσότερο, του αποκρίθηκε: Αποκτώντας εφόδιο για τα γηρατιά σου. Και με τη λέξη εφόδιο εννοούσε την αρετή, περιγράφοντας τη σύντομα, μια και την ωφέλεια της την περιόριζε στο μήκος του ανθρώπινου βίου. Αλλά για μένα, έστω κι αν πρόκειται για τα γηρατιά του μυθικού Τιθωνού ή του μακρόβιου βασιλιά της Ταρτησσού, του Άργανθωνιου ή και του Μαθουσάλα, που αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη και λέγει ότι έζησε εννιακόσια εβδομήντα χρόνια, έστω ακόμα κι αν πρόκειται να υπολογίσουμε όλο τον χρόνο από τότε που πρωτοφανηκε ο άνθρωπος, βλέπω το διάστημα αυτό σαν παιδιάστικη, για γέλια έκταση. Γιατί ατενίζω τον μακρό κι αγέραστο αιώνα, που τέλος δεν έχει, την ηλικία της αθάνατης ψυχής.

Συμβουλέω ν΄ αποκτάμε εφόδιο για την ατελεύτητη αυτή ζωή, κινώντας, σύμφωνά με τη γνωστή έκφραση, πάντα λίθον, ώστε να παίρνουμε από παντού ωφέλεια για μια τέτοια προοπτική. Βέβαια είναι ζήτημα που θέλει κόπο κι έχει δυσκολίες.

Αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποθαρρυνθούμε και να το αμελήσουμε. Αλλά να θυμηθούμε το παράγγελμα των Πυθαγορείων, που λέγει ότι ο καθένας πρέπει να διαλέγει τον άριστο τρόπο ζωής και να βρίσκει χαρά μέσα του, συνηθίζοντας τον. Έτσι, θα επιχειρήσουμε το καλύτερο απ΄ όλα. Είναι ντροπή να αδιαφορήσουμε για την τωρινή ευκαιρία κι όταν περάσει ο καιρός να πασχίζουμε να φέρουμε μπροστά μας τα περασμένα, χωρίς να κατορθώσουμε τίποτε άλλο από θλίψη.

Απ΄ όσα, λοιπόν, θαρρώ ότι είναι τα καλύτερα, άλλα σας τα είπα τώρα κι άλλα όσο ζω θα σας τα συμβουλεύω. Και σεις, τώρα, ανάμεσα στα τρία είδη αρρώστιας, μη τοποθετηθήτε στο τελευταίο, το αθεράπευτο. Και μη δείξετε ότι η ψυχική σας ασθένεια μοιάζει μ΄ εκείνες των σωματικά άρρωστων. Όσοι δηλαδή έχουν κάποια μικρή αρρώστια, πάνε οι ίδιοι στους γιατρούς.

Όσοι έπαθαν κάποια μεγαλύτερη αρρώστια τους προσκαλούν στο σπίτι τους. Κι όσοι έπεσαν σε εντελώς ανίατη μανία, και που τους πλησιάζουν οι γιατροί, δεν τους δέχονται. Μη πάθετε κάτι τέτοιο, παιδιά μου, αποφεύγοντας τις ορθές σκέψεις.

Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: «Όταν έλθει ο Χριστός στην καρδιά, η ζωή αλλάζει»


“Όταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτε άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει ο Χριστός. Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους,
στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα. Όπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η μοναξιά. Είσαι ειρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Ούτε μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος, ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση...
Ο Χριστός είναι σ΄ όλες σου τις σκέψεις, σ΄ όλα σου τα έργα. Έχεις την χάρι και μπορείς όλα να τα υποφέρεις για τον Χριστό. Ακόμη μπορεί να πάσχεις και αδίκως. Να υποφέρεις αδικίες για τον Χριστό και μάλιστα με χαρά. Όπως έπαθε Εκείνος, το ίδιο κι εσύ μπορείς να πάσχεις αδίκως. Διάλεξες τον Χριστό για να μην πάθεις; Τι λέει ο Απόστολος Παύλος; “Χαίρω εν τοις παθήμασί μου”. Αυτή είναι η θρησκεία μας. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί μόνο στον θείο έρωτα. Έτσι θα την αγαπήσει κι Εκείνος.
Όταν έλθει ο Χριστός στην καρδιά, η ζωή αλλάζει. Ο Χριστός είναι το πάν. Όποιος ζει μέσα του τον Χριστό, ζει πράγματα που δεν λέγονται, άγια και ιερά. Ζει εν αγαλλιάσει. Αυτά είναι αλήθεια. Τα έχουνε ζήσει άνθρωποι, ασκητές στο Άγιον Όρος. Συνεχώς με λαχτάρα ψιθυρίζουν την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ…”.
Όταν μπει ο Χριστός στην καρδιά, τα πάθη εξαφανίζονται. Δεν μπορείς ούτε να βρίσεις, ούτε να μισήσεις, ούτε να εκδικηθείς, ούτε, ούτε, ούτε… Πού να βρεθούν τα μίση, οι αντιπάθειες, οι κατακρίσεις, οι εγωισμοί, τα άγχη, οι καταθλίψεις. Κυριαρχεί ο Χριστός. Και η λαχτάρα του ανεσπέρου φωτός. Αυτή η λαχτάρα σε κάνει να αισθάνεσαι ότι ο θάνατος είναι η γέφυρα, που θα την περάσεις σε μια στιγμή, για να συνεχίσεις τη ζωή του Χριστού. Εδώ στη γη έχεις ένα εμπόδιο, γι αυτό χρειάζεται η πίστη. Αυτό το εμπόδιο είναι το σώμα. Ενώ μετά το θάνατο η πίστη καταργείται και βλέπεις τον Χριστό, όπως βλέπεις τον ήλιο. Στην αιωνιότητα, βέβαια, θα τα ζεις όλα πιο έντονα.
Όταν, όμως, δεν ζεις με τον Χριστό, ζεις μες στη μελαγχολία, στη θλίψη, στο άγχος, στη στενοχώρια, δεν ζεις σωστά. Τότε παρουσιάζονται πολλές ανωμαλίες και στον οργανισμό. Επηρεάζεται το σώμα, οι ενδοκρινείς αδένες, το συκώτι, η χολή, το πάγκρεας, το στομάχι. Σου λένε: «Για να είσαι υγιής, πάρε το πρωί το γάλα σου, το αυγουλάκι σου, το βουτυράκι σου με δυο-τρία παξιμάδια». Κι όμως, αν ζεις σωστά, αν αγαπήσεις τον Χριστό, μ΄ ένα πορτοκάλι κι ένα μήλο, είσαι εντάξει. Το μεγάλο φάρμακο είναι να επιδοθεί κανείς στη λατρεία του Χριστού. Όλα θεραπεύονται. Όλα λειτουργούν κανονικά. Η αγάπη του Θεού όλα τα μεταβάλλει, τα μεταποιεί, τα αγιάζει, τα διορθώνει, τα αλλάζει, τα μεταστοιχειώνει.
Πολύ θα παρηγορηθεί η ψυχούλα μας, όταν λαχταρήσουμε τον Κύριο. Δεν θ΄ ασχολούμαστε τότε με τα καθημερινά και τα χαμερπή. Θ΄ ασχολούμαστε με τα πνευματικά και τα ανώτερα, θα ζούμε στον κόσμο τον πνευματικό. Όταν ζεις στον κόσμο τον πνευματικό, ζεις σ΄ άλλο κόσμο, σ΄ αυτόν που αρέσκεται και λαχταράει η ψυχή σου. Δεν αδιαφορείς, όμως, και για τον άνθρωπο, θέλεις κι αυτός να βρει τη σωτηρία, το φως, τον αγιασμό. Να μπουν όλοι στην Εκκλησία.
Από το βιβλίο: «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

Έτσι θα σώσεις την ψυχή σου (Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)


Τι να πει κάποιος σε έναν άνθρωπο που ρωτάει:
“Πώς μπορώ να σώσω την ψυχή μου;”
Αυτό: Μετανόει, και ενισχυμένος με τη δύναμη της χάριτος των αγίων Μυστηρίων, προχώρα την οδό των εντολών του Θεού, υπό την καθοδήγηση που η Αγία Εκκλησία σού δίνει μέσω της θεόσδοτης ιεροσύνης.
Όλο αυτό πρέπει να γίνει μέσα σε ένα πνεύμα ειλικρινούς πίστης που δεν κρατά καμία επιφύλαξη.
Έπειτα, τι είναι πίστη;...

Η πίστη είναι η ειλικρινής ομολογία ότι ο Θεός, ο οποίος λατρεύεται, η Αγία Τριάδα, που δημιούργησε όλα τα πράγματα και προνοεί για όλα, σώζει εμάς τους πεσμένους, μέσω της δύναμης του σταυρικού θανάτου του ενσαρκωμένου Υιού του Θεού, με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος μέσα στην Αγία Εκκλησία Του. Η αρχή της ανακαίνισης, που ξεκινάει σε αυτή τη ζωή, θα εμφανιστεί σε όλη της τη δόξα στο μέλλοντα αιώνα, με έναν τρόπο που το μυαλό δεν μπορεί να κατανοήσει, ούτε η γλώσσα να εκφράσει.
Ω, Θεέ μας, πόσο μεγάλες είναι οι υποσχέσεις σου!
Και μετά πώς περπατάει κάποιος απαρέγκλιτα στην οδό των εντελών;
Αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με μία λέξη, γιατί η ζωή είναι σύνθετο πράγμα. Ορίστε τα απαραίτητα:
α) Μετανόησε, και γύρισε στον Κύριο, αναγνώρισε τις αμαρτίες σου, κλάψε γι’ αυτές, με βαθιά συντριβή, και ομολόγησέ τες ενώπιον του πνευματικού σου πατέρα. Υποσχέσου με το στόμα και με την καρδιά μπροστά στο πρόσωπο του Κυρίου να μην τον προσβάλεις περαιτέρω με τις αμαρτίες σου.
β) Έπειτα, διατηρώντας το Θεό στο μυαλό και την καρδιά, προσπάθησε να εκπληρώσεις στην πραγματικότητα τις υποχρεώσεις και τις καταστάσεις, τις οποίες σου επιβάλλει η ύπαρξή σου στη ζωή.
γ) Σ’ αυτή την εργασία φρούρησε προ πάντων την καρδιά σου από κακές σκέψεις και συναισθήματα — υπερηφάνεια, ματαιοδοξία, θυμός, κατάκριση, έχθρα, φθόνος, περιφρόνηση, απελπισία, προσκόλληση σε πράγματα και πρόσωπα, διασκεδασμός του νου, άγχος, όλες τις αισθησιακές ηδονές και οτιδήποτε χωρίζει το μυαλό και την καρδιά από το Θεό.
δ) Προκειμένου να μείνεις σταθερός σε αυτή την εργασία, αποφάσισε εκ των προτέρων: να μην παρατήσεις αυτό που αναγνωρίζεις απαραίτητο, ακόμα κι αν αυτό ισοδυναμεί με θάνατο. Για να το πετύχεις αυτό, όταν αρχικά αποφασίσεις να το κάνεις, πρόσφερε τη ζωή σου στο Θεό ώστε να ζεις όχι για τον εαυτό σου, αλλά για το Θεό μόνο.
ε) Στήριγμα για μια τέτοια ζωή είναι μια ταπεινή προσφορά του εαυτού μας στη θέληση του Θεού, και όχι να στηριζόμαστε στον εαυτό μας· ο πνευματικός στίβος στον οποίο ολοκληρώνεται αυτή η ζωή είναι η υπομονή, μια απαρέγκλιτη σταθερότητα στις τάξεις της λυτρωμένης ζωής, με μια χαρούμενη καρτερικότητα για όλους τους κόπους και τα δυσάρεστα που συνδέονται μ’ αυτή.
στ) Στήριγμα για την υπομονή είναι η πίστη — δηλαδή η διαβεβαίωση ότι, εργαζόμενος κατ’ αυτό τον τρόπο για το Θεό, εσύ είσαι δούλος Του και αυτός είναι ο Κύριός σου, ο οποίος βλέπει τις προσπάθειές σου, χαίρεται μ’ αυτές και τις εκτιμά – η ελπίδα – ότι η βοήθεια του Θεού η οποία σε προστατεύει πάντα, είναι πάντα έτοιμη και σε περιμένει, και θα κατέλθει σε σένα στο χρόνο που την χρειάζεσαι, ότι ο Θεός δε θα σε απαρνηθεί στο τέλος της ζωής σου, και θα σε κρατήσει πιστό στις εντολές του εδώ, ανάμεσα σε όλους τους πειρασμούς, θα σε οδηγήσει μέσω του θανάτου στην αιώνια βασιλεία Του – η αγάπη – που σκέφτεται μέρα και νύχτα τον αγαπημένο Κύριο, προσπαθεί με κάθε τρόπο να κάνει μόνο ό,τι τον ευχαριστεί, και αποφεύγει όλα όσα τον προσβάλουν με σκέψη, λόγο ή πράξη.
ζ) Τα όπλα μιας τέτοιας ζωής είναι: οι προσευχές στο ναό και στο σπίτι, ειδικά η νοερή προσευχή, η νηστεία ανάλογα με τη δύναμή μας και τους κανόνες της εκκλησίας, η επαγρύπνηση, η μόνωση, η χειρωνακτική εργασία, η συχνή εξομολόγηση των αμαρτημάτων, η Θεία Κοινωνία, η ανάγνωση του Λόγου του Θεού και των κειμένων των Αγίων Πατέρων, οι συνομιλίες με θεοσεβείς ανθρώπους, η συχνή συζήτηση με τον πνευματικό μας πατέρα για όλα τα γεγονότα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής μας. Το θεμέλιο όλων αυτών των έργων κατά μέτρο, χρόνο και τόπο είναι η σοφία, με τη συμβουλή εκείνων που είναι πεπειραμένοι.
η) Φρούρησε τον εαυτό σου με φόβο. Γι’ αυτό να θυμάσαι το θάνατο—το τέλος, την κρίση, την κόλαση, την ουράνια Βασιλεία.
θ) Προ πάντων να είσαι προσεκτικός με τον εαυτό σου: κράτα το νου νηφάλιο και την καρδιά ατάραχη.
ι) Θέσε ως τελικό στόχο το άναμμα της φλόγας του πνεύματος, ούτως ώστε η πνευματική πυρκαγιά να κάψει την καρδιά σου και, συγκεντρώνοντας όλες σου τις δυνάμεις, άρχισε να χτίζεις τον εσωτερικό άνθρωπο και τελικά κάψε τα βάρη των αμαρτιών και των παθών σου.
Τακτοποίησε τη ζωή σου με αυτό τον τρόπο, και με τη χάρη του Θεού θα σωθείς.
 

Ρημαγμένες ψυχές. Από τις βαθυστόχαστες θεωρίες. (Φώτης Κόντογλου)


Σύγχυση και ταραχή και χάος ανάμεσα στα έθνη! Ταραχή και σάστισμα και χάος και στους ανθρώπους, έναν – έναν. Που να βρεθεί κανένας να πορεύεται στη ζωή του μ’ έναν υψηλόν σκοπό, με σταθερότητα και ελπίδα! Σπάνιο πράγμα.
Οι σημερινοί άνθρωποι έχουνε γίνει οι περισσότεροι κάποια πλάσματα άδεια από κάθε ζωντανή ιδέα, που να τους κάνει να αρμενίζουνε μέσα στο πέλαγος της ζωής χαρούμενοι και ζωηροί, σαν το καράβι που είναι φορτωμένο με καλό φορτίο, και, γεμάτο ελπί­δα και λαχτάρα, τραβά κατά το περιπόθητο λιμάνι, ανάμεσα σε ξέ­ρες κι άγρια βραχόνησα...


Σήμερα βρίσκει κανένας συχνά μπροστά του ανθρώπους που είναι τόσο κούφιοι από κάθε τι, που να απορεί, γιατί δεν πίστευε να υπάρχει στον κόσμο τόση ανοησία, τόση στενομυαλιά, τόση στενοκάρδια και μικρολογία. Σ’ αυτές τις στεγνές ψυχές δεν υπάρχει τί­ποτα που να σε ζεστάνει, ας είναι και το παραμικρό. Δεν μιλώ για εξαιρετικά αισθήματα, για κάποια σπάνια ευαισθησία. Όχι! Μι­λώ για τα συνηθισμένα αισθήματα, που άλλη φορά βρισκόντανε σε όλους τους ανθρώπους. Ναι, σήμερα δεν υπάρχουνε. Σχεδόν όλοι οι σημερινοί άνθρωποι περνάνε τη ζωή τους ξεπλυμένοι από κάθε ου­σία, δίχως κανέναν αληθινόν σκοπό, δίχως αληθινή χαρά και ευχαρίστηση, δίχως καμμιά πίστη, και για τούτο, δίχως ελπίδα. Εί­ναι γαντζωμένοι απάνω σε κάποια πράγματα, που θέλουνε να τα παραστήσουνε για σπουδαία, ενώ δεν είναι τίποτα. Κι οι χαρές τους κι οι ευτυχίες τους και τα γλέντια τους, κι οι διασκεδάσεις τους, κι οι κουβέντες τους και τα αστεία τους, είναι όλα άνοστα και ψεύτι­κα. Γιατί λείπει το αλάτι που τα άρτυζε άλλη φορά. Και το αλάτι είναι η πίστη πως ο άνθρωπος δεν ήρθε στον κό­σμο κατά τύχη, αλλά πως έχει να κάνει, σ’ αυτόν τον κόσμο, ένα έργο, μικρό ή μεγάλο, και πως δεν ξοφλά με τούτη τη ζωή, αλλά πως υπάρχει κάποια μυστηριώδης τάξη κατά την οποία ανοίγει μια άλλη πόρτα, σαν κλείσει η πόρτα τούτης της ζωής. Όπου υπάρχει πίστη, υπάρχει και ελπίδα, κι όσο δυνατώτερη είναι η πίστη, άλλο τόσο βεβαιότερη είναι η ελπίδα. Χωρίς ελπίδα, δεν γίνεται μήτε ευ­τυχία, μήτε ειρήνη μέσα στον άνθρωπο. Τ’ άλλα όλα που λένε οι σα­στισμένοι φιλόσοφοι, είναι ψευτιές. Για τούτο, οι απελπισμένοι χαλάνε τον κόσμο για να ξεχάσουνε την απελπισία τους, κάνουνε μεγά­λη φασαρία για την καλοπέραση, για τις τέχνες, για τα ταξίδια, για τις απολάψεις.
Όλα αυτά είναι μια θλιβερή σκηνοθεσία, μια αξιοθρήνητη α­πάτη. Για να γεμίσουνε το άδειο πιθάρι που είναι ο εαυτός τους, ρί­χνουνε μέσα ό,τι μπορέσουνε, ώστε να ξεγελαστούνε πως ζούνε, απολαβαίνουνε τη ζωή, ενώ στ’ αληθινά είναι σαν τα τρύπια πιθάρια των Δαναΐδων, χαρτοφάναρα που φαντάζουνε απ’ έξω πως είναι κάτι. Τέτοια είναι η τρομερή δραστηριότητα του καιρού μας, που γεμίζει τον κόσμο από βροντές κι αστραπές, ενώ, κατά βάθος, είναι ένας γκαζοτενεκές, που τον χτυπάνε εκείνοι που λένε πως ζούνε κι απολαβαίνουνε «τη μεγάλη ζωή», για να διώξουνε τα μαύρα κο­ράκια της απελπισίας, που τριγυρίζουνε από πάνω τους. Τρομάζουνε ν’ απομείνουνε μοναχοί με τον εαυτό τους, μήτε καν λίγα λε­πτά, γιατί αλλιώς θα νοιώθανε την αθλιότητά τους. Μα πώς όμως μπορεί να ζήσει αληθινά ένας άνθρωπος που φοβάται τον εαυτό του, που κρύβεται ολοένα από τον εαυτό του;
Και όμως, αυτή είναι η ζωή για τους περισσότερους σημερι­νούς ανθρώπους. Καμμιά θέρμη, κανένας ανώτερος και σίγουρος σκοπός, κανένα μεράκι, καμμιά έμορφη μανία που νάχει βαθύτερες ρίζες. Παγερή αδιαφορία, ύπνος ψυχικός, οκνηρία΄ πνευματική, φό­βος, κρυφή απελπισία, και πολλή φασαρία για να σκεπαστεί η α­μηχανία. Κι η φασαρία είναι ανοησίες, κουτσομπολιό, ανόητες κου­βέντες, χαρτάκια, ποτά, σκάνδαλα, εγκλήματα, κάθε μικρολογία, που την παίρνουνε στα σοβαρά, ενώ κανένα σοβαρό πράγμα δεν βρίσκει θέση μέσα στα ζαλισμένα μυαλά τους και στις αποσυντεθειμένες ψυχές τους. Από πνευματικό, δεν υπάρχει τίποτα. Δεν λέ­γω πνευματικό αυτό που λένε πνευματικό οι φιλόσοφοι, οι λογοτέ­χνες και γενικά εκείνοι που λέγουνται «διανοούμενοι», αλλά αυ­τό που είναι πνευματικό για τη χριστιανική θρησκεία, δηλαδή η πίστη στον αιώνιον κόσμο που μας αποκάλυψε ο Χριστός. Μοναχά αυτή η πίστη δίνει στον άνθρωπο την ελπίδα, και χωρίς την ελπί­δα της αιώνιας ζωής, οι λογής – λογής ευδαιμονίες είναι λογής – λογής ψευτιές. Στο κουτί που κρατούσε τότε η Πανδώρα, απόμει­νε η ελπίδα, αφού πετάξανε από μέσα όλα τα καλά, μα το κουτί που βαστάνε οι σημερινοί άνθρωποι, και που διατυμπανίζουνε πως έ­χει μέσα κάθε ευτυχία, είναι ολότελα άδειο. Για τούτο ο θεόγλωσσος Απόστολος Παύλος λέγει πως οι άπιστοι είναι «οι μη έχοντες ελπίδα», οι απελπισμένοι.

Λοιπόν, σήμερα βρισκόμαστε σε ελεεινή κατάσταση, κι ας μη το λέμε, ζητώντας παρηγοριά στη φασαρία μιας ψεύτικης ζωήςΗ απιστία είναι θρονιασμένη μέσα στην καρδιά μας, και γύρω της εί­ναι τα παιδιά της, η απελπισία, η πνευματική νάρκη, η αναισθησία, ο φόβος, η αδιαφορία, η ψευτοπαρηγοριά, η μικρολογία, η καχυπο­ψία, το συμφέρον, το μίσος, η ασπλαχνία.
Η νεότητα μαραζώνει γιατί δεν έχει, η δυστυχισμένη, μήτε σκοπό στη ζωή της, μήτε ενθουσιασμό για κάποιες ιδέες, μήτε όρε­ξη για τίποτα. Ακεφη κι ανόρεχτη. Είναι σαν υπνοβάτης. Συζητά ολοένα για ασήμαντα πράγματα που τους δίνει μεγάλη σημασία, και είναι να κλαίγει κανένας ακούγοντας τις κουβέντες της, τα πει­ράγματά της, και βλέποντας τις ανόητες σκηνοθεσίες, που μ’ αυτές προσπαθεί να δώσει κάποια σημασία στη ζωή. Οι ψυχές των νέων είναι ρημαγμένες από τα άγρια ένστικτα, που τα ανεβάσανε στην επιφάνεια από τα σκοτεινά τάρταρα της ανθρώπινης φύσης, κάποιοι εχθροί του ανθρώπου, κάποιοι πνευματικοί ανθρωποφάγοι, που α­νάμεσα τους πρωτοστατεί ένας τρελλός λύκος λεγόμενος Νίτσε, μια μούμια σαν παληόγρηα λεγόμενη Βολταίρος, κάποιος ζοχαδιακός Φρόϋντ, κι ένα πλήθος από τέτοια όρνια και κοράκια και νυχτερί­δες. Όσοι τους θαυμάζανε, ας καμαρώσουνε σήμερα τα φαρμακε­ρά μανιτάρια που φυτρώσανε μέσα στις καρδιές και στις ψυχές της γαγγραινιασμένης ανθρωπότητας.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη»ΕκδόσειςΑστήρ – Παπαδημητρίου)

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Σύζυγος της Πόρνης


Ζούσε στην Αθήνα πρό ετών κάποιος άνθρωπος πού τον έλεγαν Νικόλαο.
Ταπεινός, ευσεβής, με τη νηστεία του, την αγρυπνία του και με «Θεϊκές καταστάσεις» όπως γράφει στις άγιες προσευχές του.

Είχε μάλιστα και την αρετή της ελεημοσύνης, όπως εδώ σε μιά παρόμοια σκηνή βλέπουμε…

Στα 35 χρόνια του, εφόσον τακτοποίησε τις άγαμες αδελφές του, απεφάσισε κι΄ αυτός να παντρευτεί. Όπως ήταν φυσικό, εφόσον ήταν και ευσεβής, θα έπρεπε να ψάξει να βρεί μία κοπέλα μέσα από την Εκκλησία, και πιθανόν να πείτε και μέσα από τις αδελφότητες, και οπουδήποτε αλλού υπήρχε ευλάβεια και ευσέβεια σε χώρους χριστιανικούς.

Αλλά όμως εκείνος διάλεξε κάτι άλλο…



Πήγε λοιπόν στην πλατεία Βάθης και πήγε σε ένα σπίτι της αμαρτίας. Και την πρώτη κοπέλα που τον υποδέχτηκε, της είπε :
—«Σήκω και έλα μαζί μου. Έταξα στο Θεό να γλυτώσω μια ψυχή από τη λάσπη. Έλα να σε βγάλω από δω μέσα. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
Βέβαια κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι εκείνης τής κοπέλας, δεν θα ξαφνιάζονταν τόσο πολύ, όπως ξαφνιάστηκε εκείνη τη στιγμή. Την ευκαιρία βέβαια δεν την έχασε και έτσι δέχτηκε. Την δέχτηκε με την προϋπόθεση ότι θα εξομολογείτο και θα άρχιζαν μία καινούργια ζωή, όπως και πράγματι έγινε.

Η πρώην άσωτη γυναίκα ήταν πλέον στο πλευρό του Νικόλα σαν αγνότατο ρόδο. Φρόνιμη και σιωπηλή με τα νεανικά της χρόνια φωτεινά πλέον, απ’ τη μετάνοια και την εξομολόγηση στο καθαρό της πρόσωπο.
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός. Αλλά η αμαρτία όμως είναι δυνατή, και δεν παρατάει εύκολα τα πλάσματα που δουλέψανε γι’ αυτήν, και για το μεγάλο αφεντικό της αμαρτίας που λέγεται διάβολος.
Έτσι λοιπόν η γυναίκα του Νικόλα, κύλισε ξαφνικά στην παλιά αμαρτία, και έγινε τώρα πλέον μοιχαλίδα. Σαν να την έπιασε βέβαια ένα είδος τρέλας.

Της μίλησε ο Νικόλας, ο καλός εκείνος σύζυγος,
–«Κοίταξε», της είπε, «δεν σου κρατάω καμιά κακία. Θα σ’ αφήσω όσα λεφτά έχω και το σπίτι ακόμα, και εγώ θα πάω στο Άγιο Όρος. Και αν με κρατήσουν εκεί θα γίνω μοναχός, αν όχι, θα γυρίσω πίσω, και θα δούμε τι θα κάνουμε.»
Και έφυγε…
Φτάνοντας ο Νικόλας στο Άγιο Όρος, έψαξε και έμαθε για έναν περίφημο και άγιο πνευματικό, ας τον πούμε παπα-Σάββα, και πήγε να τον συμβουλευτεί. Σαν τον άκουσε εκείνος, πήρε αυστηρή όψη και του είπε:
—«Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ πέρα. Αμαρτάνεις μόνον που το σκέπτεσαι. Έταξες να σώσεις την γυναίκα σου. Να πας πίσω να την ξαναπάρεις κοντά σου. Και προσπάθησε με τη ζωή σου, με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή και ελεημοσύνη να την σώσεις…»

Αποσβολώθηκε ο Νικόλας, κοντοστάθηκε, του φάνηκε πολύ βαριά αυτή η εντολή του πνευματικού, κατάλαβε όμως ύστερα από προσευχή που έκαμε κατά την διάρκεια της αγρυπνίας εκεί στο κελάκι εκείνου του αγιασμένου γέροντος και πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω.
Άνοιξε την αγκαλιά του, άνοιξε το σπιτικό του και την ξαναπήρε μέσα. Εκείνη ύστερα από την όλη αυτή διαδικασία, συγκινήθηκε, εξομολογήθηκε και έβαλε καινούργια αρχή.
Μα η αμαρτία είναι και γλυκιά και δυνατή και ισχυρή. Και η γυναίκα ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε…
Ο Νικόλας υπέμενε, καρτερούσε, αγρυπνούσε ώρες, γονατιστός προσευχόταν γι’ αυτήν, σιωπούσε και νήστευε, νήστευε εξαντλητικά.

Ερεθισμένη από αυτήν την ανοχή πρόσθεσε στην ντροπή και κάτι άλλο πλέον, την άσχημη συμπεριφορά της. Άρχισε να τον φωνάξει, να τον ξεφτιλίζει, να τον βρίζει, να τον ματώνει καθημερινά με την θηριώδη εκείνη συμπεριφορά της, την διαβολική.

Πόσο θα μπορούσε αλήθεια να βαστάξει ο ανεξίκακος εκείνος άγιος άνθρωπος του αιώνος μας;
Περνούσαν τα χρόνια και ο Σταυρός γινόταν όλο και πιο αβάσταχτος. Έδειχνε σιγά σιγά να λυγίζει.

Και ξημέρωνε ημέρα της Καθαράς Δευτέρας.

Την πέρασε γονατιστός, λύγισε μπροστά στην σιωπή του Θεού που έδειχνε πως δεν νοιαζόταν πλέον για το πλάσμα του. Έπεσε μπροστά στο εικονοστάσι και με λυγμούς φώναξε:
—«Θεέ μου, ή φώτισέ την και δώσε της μετάνοια αληθινή, ή πάρε με. Δεν αντέχω άλλο τούτο το βάσανο 15 ολόκληρα χρόνια».
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια!
Η γυναίκα του που ήλθε απέξω από την αμαρτία, γιατί είπαμε ήτανε νύχτα και ξημέρωνε η Καθαρά Δευτέρα, ήταν μια τέτοια ημέρα, που τον βρήκε γονατιστό και άκουσε και τα λόγια που έλεγε κλαίγοντας τούτος ο άνθρωπος, τη συγκλόνισε κυριολεκτικά, την πήραν τα κλάματα, … κατάλαβε την άβυσσο των κριμάτων της, … ήταν «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αλλά η μετανοημένη πλέον.
Κεραυνοχτυπημένη λοιπόν από την θεία φώτιση, σωριάστηκε στα πόδια του και φώναξε:

«Συγχώρεσέ με, δεν είμαι μόνο τιποτένια, αλλά για τελευταία φορά. Για τελευταία και μοναδική φορά συγχώρεσέ με».
Και κείνος πάλι την συγχώρεσε.
Και ακολούθησαν μετά από κείνην την βραδιά που ξημέρωνε η Μεγάλη Σαρακοστή και η Καθαρά Δευτέρα, ακολούθησαν χρόνια ευτυχίας, και με παιδιά μέσα στην οικογένεια, δύο αγγελούδια που τους χάρισε ο Πανάγιος Θεός, και ευλογία ήλθε μια για πάντα σε αυτό το σπιτικό, χάρις στην αγία υπομονή, τη μεγάλη καρδιά και την συγχωρητικότητα αυτού του ανθρώπου του Νικολάου, χάρις στην προσευχή του, χάρις στην υπομονή του, την ματωμένη υπομονή του, την πολλή του προσευχή και τα πολλά του τα δάκρυα.

Τελικά έσωσε έναν άνθρωπο !

Τώρα εγώ και σεις, αν ήμασταν στη θέση του, τι θα κάναμε; Γιατί αυτός ο άνθρωπος, όταν αύριο μεθαύριο κοιμηθεί, θα μας κρίνει επάνω στην Βασιλεία των Ουρανών για το πόσο υπήρξαμε ανεκτικοί στα σφάλματα του πλησίον μας. Δεν λέω του συντρόφου μας, λέω του πλησίον μας, του οποιουδήποτε πλησίον μας.

Και πόση προσευχή κάναμε γι’ αυτόν, και πόση νηστεία, και πόσα δάκρυα χύσαμε για να αλλάξει ζωή, για να αλλάξει διαγωγή.
Αυτή είναι η αληθινή ζωή του Ευαγγελίου. Αυτή είναι η πράξις των Πράξεων των Αποστόλων, των συμβουλών των Αποστόλων, των εντολών του Αγίου Θεού, αυτή είναι η πράξις, την οποία πρέπει να την δείχνουμε με την ζωή μας κάθε μέρα.
Πάντως εκείνο που θέλω να παρακαλέσω όλους σας, είναι να ενθυμούμεθα ότι την αρετήν θα την διαπράττουμε όσο το δυνατόν δύναται στα κρυφά, μέσα στο ταμείον της καρδιάς μας, όπου θα θησαυρίζουμε τις αρετές του Αγίου Θεού, για να ωφεληθούμε…

Να ωφεληθούμε όχι μόνον εμείς προσωπικά, αλλά για να ωφεληθεί και ο σύντροφος της ζωής μας, να ωφεληθούν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και να δημιουργήσουμε με την δική μας αγιασμένη ζωή, με τη δική μας ανεξικακία, με την δική μας συγχωρητικότητα, με τη δική μας ολόθερμη αγάπη, όχι την ψεύτικη, όχι την φαινομενική, όχι των χειλέων, την καρδιακή αγάπη, να δημιουργήσουμε μία ασπίδα, ένα προπέτασμα πως θα το πώ, μια ασφάλεια, γύρω από την οικογένειά μας…

Έτσι ώστε χάριν ημών και χάριν των προσωπικών μας αγώνων, και της αγάπης που θα έχομε προς τον Θεόν και τον πλησίον, όταν θα έρθουν οι δύσκολες ώρες, -και έρχονται, δεν καθορίζουμε είπαμε ημερομηνίες, αλλά έρχονται,- να μας ασφαλίσει ο Θεός.

Να πιάνουμε το σάπιο δένδρο και να ζωντανεύει, το ξερό και να βγάζει καρπούς, να σταυρώνουμε το άδειο μπουκάλι και να γεμίζει από λάδι. Θα το κάνει το θαύμα αυτό ο Θεός στούς δικούς Του ανθρώπους, αφού το έκανε και στον άπιστο τον αχάριστο εκείνον Ισραηλιτικό λαό, για σαράντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο.

Θα το κάνει και σε μας ο Χριστός όταν έρθουν οι δύσκολες αυτές ώρες, αρκεί να είμεθα από σήμερα και από τούτη τη στιγμή κοντά εις τον Πανάγιο Θεόν.
Η αγάπη του Αγίου Θεού, εύχομαι νάναι πάντοτε μαζί σας,
καλή και ευλογημένη Σαρακοστή,
και να υποδεχτούμε με την χάριν, και την αγάπη και τη δύναμη του Αγίου Θεού
και το Άγιον Πάσχα,
Αμήν.

Μητροπολίτης Σιατίστης: "Η κατάρρευση της Πατρίδας μας ήταν σχεδιασμένη"


Δέν ξέρω ἐάν ἐδῶ πού φτάσαμε ὑπάρχει ἐλπίδα καί ἔξοδος ἀπό τή δύσκολη ὥρα πού περνᾶμε. Ἐάν ὑπάρχει ὅμως ἕνα ἐνδεχόμενο ἐλπίδας, αὐτό μόνο ἀπό τό λαό μπορεῖ νά προέλθει, ἐάν μπορέσει νά συνετισθεῖ, ἐάν μπορέσει νά μετανοήσει, ἐάν μπορέσει νά ἀναλάβει τίς εὐθῦνες του.   Οἱ ἐξουσίες στάθηκαν ἀδύνατες, γιατί ὑπῆρξαν λίγες σέ ποιότητα.
Οἱ κατά καιρούς ἐξουσίες πού κυβέρνησαν αὐτό τόν τόπο, στάθηκαν ἀνίκανες καί ἕνα καθαρό μάτι διαβλέπει ὅτι δέν ἔχουν πλέον τήν δυνατότητα νά βοηθήσουν τήν Πατρίδα. Ἐάν μποροῦσαν θά τό εἶχαν κάνει. Ὄχι δέ μόνον δέν ἔκαναν καλό, ἀλλά ἔκαναν κακό, γιά τήν ἀκρίβεια κακούργησαν ἐναντίον τῆς Πατρίδας καί τοῦ λαοῦ. Τό κακούργημα δέν εἶναι μόνο ὅτι τόν κατάστρεψαν οἰκονομικά, ἀλλά τόν διέφθειραν ψυχικά. Προκειμένου νά μποροῦν νά ἀπολαμβάνουν τήν ἐξουσία τους καί τά λάφυρά της, διέφθειραν τήν ψυχή αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καί μάλιστα μέ τέτοιο τρόπο πού καταντᾶ δαιμονικός.   Ἐκμεταλλεύθηκαν τά ἀνθρώπινα πάθη μέ στόχο νά ἐκμαυλίσουν συνειδητά τόν λαό. Μέ ὑποταγμένα στήν ἐξουσία τά τηλεοπτικά κανάλια διαμόρφωσαν τίς εἰδήσεις διά νά διαφθείρουν τόν λαό καί νά κλονίσουν συνειδήσεις ὥστε κάποτε νά μποροῦν νά τοῦ πετάξουν στά μοῦτρα τό «μαζί τά φάγαμε»...
  
Ὁ λαός διαβρωμένος ἔγινε αἰχμάλωτος τοῦ δικοῦ του ὁράματος, αὐτοῦ πού τοῦ καλλιέργησαν καί τώρα κάποιοι ἔχουν τήν ἐλπίδα ὅτι θά ξανάρθουν ἐκεῖνες οἱ «καλές ἡμέρες» τῆς καλοπέρασης καί κανείς ἀπό τούς πολιτικούς δέν ἔχει τό θάρρος νά τούς πεῖ ὅτι αὐτές δέν θά ξανάρθουν, γιατί ἦταν μέρες ἀνομίας, καί δέν πρέπει νά ξανάρθουν.
Ἡ κατάρρευση τῆς Πατρίδας μας ἦταν σχεδιασμένη μέ βασικούς συνεργάτες τούς πολιτικούς πού ἀφιονισμένοι μέ τό ἀφιόνι τῆς ἐξουσίας στάθηκαν ἀνίκανοι νά ἀντιδράσουν. Τό σκάνδαλο τοῦ Χρηματιστηρίου δέν ἦταν μιά καλοστημένη παγίδα μέ τόν τότε Πρωθυπουργό νά σπρώχνει τό λαό νά παίρνει δάνεια γιά νά ἀγοράζει μετοχές; Ποιός λογοδότησε γι’αὐτό;
 
Ὁ καταναλωτισμός ἔγινε ὅραμα ζωῆς. Μέ κάθε τρόπο οἱ Ἕλληνες ὠθοῦντο πρός τήν κατεύθυνση αὐτή. Δάνειο γιά διακοπές, δάνειο γιά Χριστούγεννα σέ ἐξωτικούς προορισμούς, δάνεια, δάνεια, δάνεια. Οἱ ἐξουσίες δέν γνώριζαν ποῦ πήγαινε αὐτή ἡ ἱστορία; Ἄν γνώριζαν ἔχουν τήν πρώτη εὐθύνη καί πρέπει νά ἀναζητηθεῖ. Ἐάν δέν γνώριζαν ἦταν ἔνοχοι γιά λόγους βλακείας. Ἤξεραν ὅμως τά πάντα.
 
Παράλληλα μέ τόν εὐδαιμονισμό, ἕνα πνεῦμα λοιδωρίας ἀπέναντι σέ ὅ,τι πνευματικό, ὅ,τι παραδοσιακό καί ταυτόχρονα ἕνα τσουνάμι ἐπιθέσεων ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Συνασπισμένα κανάλια, ὑπηρέτες ξένων πρῶτα συμφερόντων καί τῆς ἑλληνικῆς ἐξουσίας μετά, προσπαθοῦσαν νά γκρεμίσουν τή σχέση τῶν νεοελλήνων μέ τήν πηγή τῆς δυνάμεως.
 
Ἕνα πολύ ἐνδιαφέρον θέμα πρός μελέτη θά ἦταν ἡ στάση τῶν ΜΜΕ ἀπέναντι στόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Ὀφειλόταν σέ καθαρό δημοσιογραφικό ἐνδιαφέρον ἤ ἐκτελοῦσαν διατεταγμένη ὑπηρεσία μέ διατάκτες ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος;
 
Μόνον ἠλίθιοι δέν καταλάβαιναν τότε ὅτι ἑτοιμαζόταν ἡ μεγάλη ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ λαοῦ. Μόνον ἠλίθιοι δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν ὅτι στόχος δέν ἦταν ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος. Δέν καταλάβαιναν ὅτι προσπαθοῦσαν νά καταστρέψουν τό καταφύγιο τῶν ἀνθρώπων γιά νά τούς ἐξουδενώσουν.
 
Μιλοῦσαν γιά τήν «μεγάλη Ἐκκλησιαστική περιουσία» πού αὐτοί καί τό συνἀφι τους τήν εἶχαν ληστέψει. Ἡ Ἐκκλησία εἶχε παραχωρήσει τό 96% τῆς περιουσίας της πρός χάριν τοῦ λαοῦ. Προκάλεσα ἀρκετές φορές τούς δημοσιογράφους, ὅτι μιά πολύ ἐνδιαφέρουσα ἔρευνα θά ἦταν νά ἐρευνήσουν ἄν αὐτή ἡ ἐκκλησιαστική περιουσία πού δόθηκε κατά καιρούς γιά χάρη τοῦ λαοῦ πῆγε πραγματικά στό λαό ἤ πῆγε στίς τσέπες τῶν ἀδίστακτων. Ἀλλά κανείς δέν τόλμησε.
 
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος ἐξέδωσε ἕνα βιβλίο γιά τό κομμάτι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί τήν τύχη του πού ἀφοροῦσε τήν πρώτη Μητρόπολη του, Θηβῶν καί Λεβαδείας. Ἀντιμετωπίσθηκε ἀπό ὅλους διά τῆς σιγῆς. Ἡ ὑπόθεση κάνει «τζίζ».
 
Αὐτό πού στόχευσε ἡ ἐξουσία τό πέτυχε, ἀλλά αὐτό εἶναι καί τό μεγάλο ἔγκλημά της. Νά διαφθείρει τό λαό γιά νά τόν ἀναγκάσει σέ σιωπή καί σέ ὑποταγή.
 
Καί κατάφερε ἐπίσης ἔν τινι μέτρῳ νά συκοφαντήσει τήν Ἐκκλησία γιά νά τήν τρομάξει, γιά νά στρέψει τόν λαό ἐναντίον της, σάν τόν Νέρωνα πού ἔκαψε τήν Ρώμη καί μετά κατηγόρησε τούς χριστιανούς σάν ὑπαίτιους. Ὅταν κάποια στιγμή ὁ λαός θά καταλάβει, παρόλο πού προσπαθοῦν νά τόν ἀποπροσανατολίσουν, τότε θά δεῖ τό μεγάλο καί σκληρό παιχνίδι πού ἔπαιξαν εἰς βάρος του.
 
Ἡ εὐθύνη τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐξουσίας γιά τήν καθυστέρηση σ’αὐτό τόν τόπο σέ νευραλγικούς τομεῖς τῆς δημόσιας ζωῆς εἶναι καί μεγάλη καί ἐγκληματική.
 
Ἡ κατάσταση καί τό κατάντημα τῆς δημόσιας ὑγείας, τῆς δημόσιας Παιδείας, τῆς διεφθαρμένης διοίκησης καί τόσοι ἄλλοι τομεῖς, ὀφείλουν τήν ὑπανάπτυξη τους στούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας.
 
Αὐτούς δέν τούς ἔνοιαξε ἡ Πατρίδα τούς ἔνοιαζε μόνο ἡ ἐξουσία. Δέν τούς ἔνοιαζε οὔτε κἄν τό κόμμα τους, πού γι’αὐτούς ἦταν μέσο προσωπικοῦ πλουτισμοῦ καί μέσο διατήρησης τῆς ἐξουσίας. Πόσοι καί πόσο κατάλαβαν αὐτό τόν τόπο, τήν ἱστορία του καί τήν παράδοσή του;
 
Εὔκολοι σέ δεκάρικους λόγους, θεώρησαν ὡς πολιτική τοποθέτηση καί πολιτικό διάλογο τά διάφορα σλόγκαν μέ τά ὁποῖα νόμιζαν ὅτι ἀσκοῦν πολιτική. Τό πρῶτο μνημόνιο εἶχε 234 σελίδες.
 
Τό ὑπέγραψαν ὅλοι, χωρίς κανείς νά τό διαβάσει. Τό ὑπέγραψαν μέσα σέ τρεῖς ὧρες, χωρίς νά ξέρουν τί ὑπογράφουν. Ὑψηλόβαθμα στελέχη ἐπισκέπτονται ξένους ὀργανισμούς γιά νά ὑπερασπίσουν ὑποτίθεται τά συμφέροντα τῆς Πατρίδας καί οἱ συνομιλητές τους δέν μποροῦν νά καταλάβουν γιατί ἀκριβῶς πῆγαν καί τί ἀκριβῶς ἤθελαν.
 
Αὐτό εἶναι τό ἐπἰπεδο τους, τῶν περισσοτέρων τουλάχιστον. Γιατί ἄν αὐτοί πού πηγαίνουν ἔχουν «τέτοιες» ἱκανότητες, μπορεῖτε νά καταλάβετε πόσες ἔχουν αὐτοί πού τούς στέλνουν.
 
Ἡ ἀνικανότητα, ἀλλά καί ἡ ἰδιοτέλεια τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐξουσίας φαίνεται στήν ἀνικανότητα ἤ τήν ἄρνηση τους νά συναινέσουν σέ ἕνα κοινό τόπο, σέ μιά κοινή συνισταμένη, γιά σοβαρά προβλήματα πού ἀπασχολοῦν τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι ἄν μιά Κυβέρνηση πάρει μιά νομοθετική πρωτοβουλία π.χ. γιά τήν Παιδεία, ἡ ἀντιπολίτευση θά ἀντιδράσει καί θά καταψηφίσει.
 
Θά ξεσηκώσει ὀργανωμένες ὁμάδες γιά νά ματαιώσει τά πάντα. Ἐάν ἡ ἀντιπολίτευση αὐτή γίνει αὕριο Κυβέρνηση καί πάρει γιά τό ἴδιο θέμα τήν ἴδια ἀκριβῶς ἤ περίπου πρωτοβουλία, ἡ νέα ἀντιπολίτευση θά καταψηφίσει αὐτό πού ὡς Κυβέρνηση θέλησε νά ψηφίσει. Γιατί νά τό κάνει ὁ ἅλλος καί νά μήν τό κάνουμε ἐμεῖς; Δέν μπόρεσαν ἐκτός ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων νά κάνουν κάτι μαζί. Αὐτό τό ὀνομάζουν πολιτική.
 
Ἀλλά αὐτή ἡ συμπεριφορά πού εἶναι σχεδόν πάντα ἡ ἴδια στίς ἐναλλασσόμενες ἐξουσίες δείχνει τήν ἀληθινή ποιότητά τους καί τό ποιοί εἶναι ὑπεύθυνοι γιά τό κατάντημα τῆς Πατρίδος.
 
Ἦταν Νομάρχης. Γνώρισε τήν τοπική αὐτοδιοίκηση καί τίς ἀνάγκες της. Γίνεται βουλευτής. Ὡς βουλευτής μέ τό κόμμα του νομοθετεῖ σωστά μέτρα γιά τήν τοπική αὐτοδιοίκηση. Ἔλα ὅμως πού στίς ἐκλογές γιά τήν ἀνάδειξη τοπικῶν ἀρχόντων ἡ ἀντιπολίτευση ἐκλέγει πολλούς νέους δημοτικούς καί Νομαρχιακούς ἄρχοντας.
 
Καί πηγαίνει στήν Βουλή μέ τήν ἐντολή ἀπό τό κόμμα του πού κυβερνᾶ νά εἰσηγηθεῖ τό κουτσούρεμα τῶν ἁρμοδιοτήτων γιά νά μήν ὠφεληθοῦν οἱ ἀντίπαλοι. Αὐτοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐξουσίας στήν Ἑλλάδα, γι’αὐτό καί τήν ἄφησαν ὑποανάπτυκτη, γι’αὐτό καλλιέρησαν τήν διαφθορά, τήν ἄντληση μίζας, γι’αὐτό τήν ἔφεραν σέ αὐτό τό σημεῖο. Ποιός ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας ἔνοιωσε στό πετσί του τήν οἰκονομική κρίση;
 
Ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους δέν δείχνει κάτι τέτοιο. Καί ἡ σημερινή ἐξουσία δέν κάνει τίποτα ἄλλο παρά νά θερίζει τούς καρπούς πού ἔσπειρε. Μέ τήν ἀνευθυνότητα τῆς ἀντιπολίτευσης ἔσπειρε ἀνέμους καί τώρα θερίζει θύελλες.
 
Καί προσπαθεῖ νά ἀποπρασανατολίσει γιά μιά ἀκόμη φορά τήν κοινωνία πού ζεῖ σέ ἔκτακτες ἀνάγκες, ψηφίζοντας νόμους καί νομοσχέδια γιά νά διατηρήσει τά κουρέλια τῆς προοδευτικότητας καί ἀντί νά ζητᾶ συγγνώμη γιά τό κατάντημα τῶν ἀνθρώπων, ζητᾶ συγγνώμη γιά τά νομοσχέδια τῆς ντροπῆς πού ἄργησε τάχα νά ψηφίσει.
 
Ἕνα ἄλλο κλασικό παράδειγμα τῆς ἀνίκανης ἐξουσίας εἶναι αὐτό πού ζοῦμε αὐτές τίς ἡμέρες μέ τούς ἀγρότες. Σχεδόν κάθε χρόνο ἔχουμε καταλήψεις δρόμων. Πρίν ἡ σημερινή ἐξουσία γίνει κυβέρνηση ἔτρεχε στά μπλόκα γιά νά στηρίξει τά αἰτήματα τῶν ἀγροτῶν. Τότε εἶχαν δίκαιο καί μόνο ἐφέτος ἔχουν ἄδικο; Κάποιοι λένε ὅτι ἔχουν μέν δίκαιο, ἀλλά οἱ συνθῆκες εἶναι δύσκολες.
 
Πρίν δύο χρόνια δέν ἦταν καί μόνον τώρα ἔγιναν; Ἔχουν δίκαιο οἱ ἀγρότες;Ἐάν ναί νά τό παραδεχθοῦν ὅλοι. Ἐάν ἔχουν ἄδικο ἤ εἶναι ὑπερβολικοί νά τούς τό ποῦν ΟΛΟΙ, διαφορετικά εἶναι ἀνεύθυνοι.
 
Ἔπειτα ἀπό τόσες ἡμέρες πού ἡ χώρα παρουσιάζει παράλυση, ἡ ἐξουσία καί τώρα καί στό παρελθόν κάνει κάποιες παραχωρήσεις. Γιατί ἔπρεπε νά ρεζιλεύεται ἔτσι ἡ Πατρίδα μας;Δέν μποροῦσαν ἀπό τήν ἀρχή νά διαλεχθοῦν μέ εὐθύνη, νά τοποθετηθοῦν ὅλοι καί νά ἀποφύγουμε κάθε λίγι καί λιγάκι αὐτό τό μπάχαλο; Αὐτό λέγεται ὑπεύθυνη διακυβέρνηση τῆς χώρας ἀπό ὅλες τίς ἐξουσίες πού πέρασαν;
 
Ἡ ἐξουσία κατέστρεψε αὐτό τόν τόπο, τόν λεηλάτησε γιά πάρτη της, τόν διέφθειρε ἐκμεταλλευόμενη τά πάθη τῶν ἀνθρώπων, τόν δίχασε καί ἔστρεψε τόν ἕνα μετά τόν ἄλλο, ἔστρεψε τήν μία ὁμάδα ἐναντίον τῆς ἄλλης. Σήμερα ἡ ὑπενθύμιση τῶν μπλέ, πράσινων καί κόκκινων καφενείων τοῦ παρελθόντος μόνο ντροπή μπορεῖ νά προκαλέσει σέ κάθε νοήμονα ἄνθρωπο.
 
Ὄργανο στά χέρια ξένων προσπάθησε νά καταστρέψει τήν γλῶσσα, τήν ἱστορία, τήν πίστη στόν Θεό, μέ στόχο τήν ἐξουδένωση καί τήν πλήρη ὑποταγή τοῦ λαοῦ, αἰχμάλωτου ἀπατηλῶν ὀνείρων καί ψεύτικων ὑποσχέσεων. Καμιά ἐξουσία δέν εἶπε ποτέ τήν ἀλήθεια στόν λαό.Τήν λύση πού ὑπῆρχε δέν τήν εἶπε κανείς στόν λαό γιατί δέν συνέφερε τίς ἐξουσίες.
 
Ἡ λύση δέν θά ἔλθει ἀπό καμμία ἀπό τίς συνηθισμένες ἐξουσίες. Ἡ λύση θά προέλθει ἀπό τόν λαό, ὅταν πρῶτα συνειδητοποιήσει τίς δικές του τεράστιες εὐθύνες, ὅταν καταλάβει ὅτι ἔχει καί ἐκεῖνος εὐθύνη γιά τό σημερινό κατάντημα του.
 
Ὅταν καταλάβει ὅτι καμμία λύση δέν θά εἶναι ἀνώδυνη πλέον. Ὅταν ἀποφασίσει νά λειτουργήσει ἑνωτικά καί ὄχι διασπαστικά. Ὅταν ἀποφασίσει νά γονατίσει ὁλόκληρος, γιά νά γίνει ὁ καθένας ἀλληλέγγυος μέ τόν ἄλλο. Τέλος ὅταν ἀποφασίσει ἐθελούσια καί ὄχι ἀναγκαστικά νά δυσκολευτεῖ, γιά νά σηκωθεῖ καί πάλι ὁλόκληρος.
 
Του Σεβ. Μητροπολίτη Σιατίστης κ. Παύλου 
 
romfea.gr